Δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι σε θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη, σε διεθνή ύδατα, αλλά εντός της ελληνικής ζώνης έρευνας και διάσωσης, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις προχώρησαν σε στρατιωτική επιχείρηση εις βάρος σκαφών και πληρωμάτων του στολίσκου αλληλεγγύης στη Γάζα. Δηλαδή, σε μια ζώνη την οποία υποτίθεται ότι η χώρα μας, έστω και για προληπτικούς λόγους, επιτηρεί, εξελίχθηκε μια στρατιωτική επιχείρηση η οποία ήταν εμφανώς παράνομη, καθώς καμία έννοια «εθνικής άμυνας» δεν μπορεί να δικαιολογήσει επιχείρηση σε τέτοια απόσταση και εναντίον ενός στολίσκου που μετέφερε ακτιβιστές και ακτιβίστριες που απλώς ήθελαν να υπογραμμίσουν ότι στη Γάζα συνεχίζεται μια ανθρωπιστική καταστροφή.
Η εκ των πραγμάτων συναίνεση των ελληνικών Αρχών – η ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών για «αυτοσυγκράτηση και καθολικό σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, περιλαμβανομένων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου» θα μπορούσε να θεωρηθεί ορισμός του «κατόπιν εορτής» – έρχεται να υπογραμμίσει το διαρκές πρόβλημα που δημιουργεί ο τρόπος που έχει θεωρηθεί αυτονόητη η συμπόρευση με το Ισραήλ, ως βασική πλευρά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ακόμη και έπειτα από όλα όσα συνέβησαν, την εμφανή καταγραφή γενοκτονικής βίας στη Γάζα, τη συστηματική αμφισβήτηση της κυριαρχίας του Λιβάνου, και την εμπλοκή σε έναν πόλεμο κατά του Ιράν που μόνο αποσταθεροποίηση έχει φέρει για την περιοχή αλλά και για την παγκόσμια οικονομία.
Η επιχειρηματολογία γύρω από την επιμονή σε μια συμμαχία που εκ των πραγμάτων φέρνει τη χώρα μας σε σύγκρουση με ένα παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, συνήθως στηρίζεται στη θεωρία περί του «αντιβάρου» απέναντι στην Τουρκία και την αποτελεσματικότερη άμυνα απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Ωστόσο, αυτή η επιχειρηματολογία καθόλου δεν υπολογίζει το κόστος για τη χώρα μας όταν αυτή ταυτίζεται με μια πολιτική που έχει γίνει συνώνυμη της βαναυσότητας και – επί της ουσίας – της αποσταθεροποίησης, την ώρα που η αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη έχει γίνει συνώνυμη με τη συνολικότερη διεκδίκηση μιας διεθνούς τάξης πραγμάτων που να στηρίζεται σε αρχές και αξίες. Ούτε υπολογίζει το γεγονός ότι, όπως υπογράμμισε και η Φραντσέσκα Αλαμπανέζε κατά την πρόσφατη επίσκεψή της στην Αθήνα, είναι πιθανό το Ισραήλ απλώς να εκμεταλλεύεται τους ελληνικούς φόβους και ανασφάλειες για να εξασφαλίζει υποστήριξη και ασυλία.
Από αυτή την άποψη, ο τρόπος που εξακολουθεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα να επανέρχεται η κατηγορία – συκοφαντία θα μπορούσε να πει κάποιος – περί «αντισημιτισμού» σε σχέση με την αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη και την κριτική στις πρακτικές του ισραηλινού κράτος, απλώς έρχεται να υπογραμμίσει, όχι μόνο μια ιδιαίτερη εκδοχή «στράτευσης» σε σχέση με αυτό το θέμα, αλλά και την προσπάθεια να συγκαλυφθεί η πραγματική αμηχανία που έχουν οι υποστηρικτές της συνεχιζόμενης σύμπραξης με το Ισραήλ σε μια εποχή που ακόμη και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάζονται να προχωρήσουν σε συμβολικές αλλά και πραγματικές ρήξεις με αυτό.






