Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Ντέμιαν Μακάρθι, τον οποίο γνωρίσαμε από το ενδιαφέρον θρίλερ «Οντότητα» το 2024, η «Hokum» (Ιρλανδία / ΗΠΑ / Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, 2026) ανήκει στις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις ταινιών τρόμου που προσπαθούν να ξεφύγουν από τα τετριμμένα και να προσφέρουν μια «άλλη» ματιά στο είδος. Ταινίες όπως το «Μην ανασαίνεις» του Φέντε Αλβαρεζ, το «Longlegs» του Οζ Πέρκινς (που μάλιστα είναι των ίδιων παραγωγών με το «Hokum»), το «Smile» του Πάρκερ Φιν ή το «Χ» του Τάι Γουέστ αποτελούν επίσης πρόσφατα, χαρακτηριστικά παραδείγματα ενδιαφερουσών ταινιών.

Με άλλα λόγια, ο Μακάρθι δεν καταφεύγει στις ευκολίες των αφόρητων κλισέ, που στιγματίζουν τις περισσότερες σύγχρονες ταινίες τρόμου και τις κάνουν προϊόντα απευθυνόμενα σε ένα «ειδικό κοινό». Ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται, κυρίως, για τη δημιουργία ατμόσφαιρας και τη φτιάχνει μέσω αλλόκοτων αλλά αξιόλογων ιδεών που υλοποιούνται με φαντασία και δημιουργικότητα μέσα στον βασικό χώρο της ιστορίας, ένα απομονωμένο ιρλανδέζικο ξενοδοχείο «φαντασμάτων».

Εκεί όπου ένας διάσημος και ολίγον αλλαζόνας αμερικανός συγγραφέας (Αντριου Σκοτ) έχει εγκατασταθεί προκειμένου να γράψει. Κάθε πρόσωπο μέσα στο ξενοδοχείο, από τον ρεσεψιονίστ ως τον ιδιοκτήτη, συμπεριφέρεται αλλόκοτα, με έναν ανεξήγητο τρόπο, και αυτό προκαλεί μια ένταση παρόμοια με εκείνη ταινιών «υπόγειου» τρόμου, όπως ο «Ενοικος» του Ρόμαν Πολάνσκι, ή των περίφημων βρετανικών θρίλερ που είχαν μεγάλη πέραση στη δεκαετία του 1970 (παράδειγμα «Ο άνθρωπος του σκιάχτρου» του Ρόμπιν Χάρντι).

Η περιέργειά μας, όπως επίσης η αγωνία μας, βρίσκεται διαρκώς στο κόκκινο. Και έτσι με αυτή, την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του ο ιρλανδός σκηνοθέτης κερδίζει άνετα μια θέση ανάμεσα στους πιο αξιόλογους εκπροσώπους του σύγχρονου κινηματογραφικού τρόμου. Εκείνους που δεν στέκονται απλώς στον τρόμο και την ευκολία των χυμένων εντέρων στην οθόνη, αλλά αναζητούν και «κάτι άλλο», πιο εσωτερικό και, εν τέλει, πιο ανθρώπινο.

Ζώα, χιούμορ, μυστήριο

Οσοι αγαπούν τα ζώα, το καλό χιούμορ και το αστυνομικό μυστήριο, θα περάσουν υπέροχα παρακολουθώντας την ταινία «Οι μαλλιαροί ντετέκτιβ» (The sheep detectives, Αγγλία / Ιρλανδία / Γερμανία / ΗΠΑ, 2026).

Στην ταινία που σκηνοθέτησε ο Κάιλ Μπάλντα, σκηνοθέτης της τρίτης ταινίας «Εγώ ο Απαισιότατος» και των «Minions», ο Χιου Τζάκμαν υποδύεται έναν αγρότη στη βρετανική ύπαιθρο που λατρεύει τα πρόβατά του – τόσο που όχι μόνο τα έχει βαφτίσει όλα, αλλά τους… διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα κάθε βράδυ για να κοιμηθούν! Οπότε, άθελά του, τα έχει μετατρέψει σε τετράποδους ντετέκτιβ, οι οποίοι θα κληθούν ν’ αξιοποιήσουν τις «γνώσεις» τους όταν ένας θάνατος ταράξει την περιοχή, με την υποψία του φόνου.

Η επιτυχία εδώ οφείλεται στο ότι οι «Μαλλιαροί ντετέκτιβ» (το σενάριο των οποίων στηρίζεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Three bags full» της Γερμανίδας Λεόνι Σουόν) ξεφεύγουν εντελώς από τη λογική της «παιδικής» ταινίας και αποκτούν έναν ώριμο χαρακτήρα, περίπου όπως είχε γίνει με τον «Μπέιμπ» (1994), όπου και πάλι πρωταγωνιστούσε ένα ζώο, το γουρουνάκι του τίτλου.

Με εξαιρετική χρήση των ειδικών εφέ και του computer animation, τα ζώα αποκτούν τη δική τους φωνή (στην πρωτότυπη γλώσσα της ταινίας ακούμε τον Μπράιαν Κράνστον, τον Πάτρικ Στιούαρτ και την Τζούλια Λούις Ντρέιφους εκτός άλλων) και οι κινήσεις τους είναι απολύτως φυσικές χωρίς τίποτα να δείχνει ψεύτικο. Την ίδια ώρα, όλοι οι ήρωες της ταινίας αποκτούν οντότητα και είναι πλήρεις – ακόμα οι πολύ μικροί σε διάρκεια ρόλοι, όπως της «killer» δικηγόρου που υποδύεται η Εμα Τόμσον, είναι υπέροχοι. Την παράσταση όμως εδώ κλέβει ο αμερικανός ηθοποιός Νίκολας Μπράουν που υποδύεται τον χωροφύλακα της περιοχής, ο οποίος τελικά είναι πολύ πιο ικανός από όσο θέλει να δείχνει – και αυτό θα το «βγάλουν» από μέσα του τα πρόβατα.

Μια σεφ σε αποστολή

Πολλοί παραξενεύτηκαν που πέρυσι, τέτοια εποχή, η ταινία «Θα φύγω μια μέρα» (Partir un jour, Γαλλία, 2025), πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία της γαλλίδας σκηνοθέτριας Αμελί Μπονέν, επιλέχθηκε ως ταινία έναρξης του 78ου Φεστιβάλ των Καννών.

Ωστόσο, παρακολουθώντας την, καταλαβαίνεις το γιατί. Η ματιά της Μπονέν είναι φρέσκια και πολυεπίπεδη, ενώ παρακολουθεί την κεντρική ηρωίδα της, τη Στεφανί (Ζιλιέτ Αρμανέ), που αναγκάζεται να βάλει «στο ράφι» την επιχείρηση που σκοπεύει να ανοίξει ως σεφ και να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη της, στη γαλλική επαρχία, προκειμένου να βοηθήσει τους εστιάτορες γονείς της (Φρανσουά Ρολέν, Ντομινίκ Μπλαν) να αντιμετωπίσουν μια κρίση.

Η επαφή της με τον κάπως εσωστρεφή αλλά χιουμορίστα πατέρα και μια μητέρα που επίσης δεν έχασε ποτέ το χιούμορ, παρότι πέρασε όλη τη ζωή της δουλεύοντας, είναι ο παλμός αυτής της ευχάριστης και συγχρόνως μελαγχολικής ταινίας, που στην ουσία αποτελεί μια προέκταση της μικρού μήκους με τον ίδιο τίτλο που η Μπονέν γύρισε πριν από μερικά χρόνια σαρώνοντας τα φεστιβάλ (κέρδισε βραβεία στο Κλερμόν – Φεράν, στη Βρέστη, στο Παντέν, στην Τρουβίλ, στην Τουλούζη, στο Παρίσι και αλλού, ενώ ήταν επίσης η ταινία μία από τις τέσσερις υποψήφιες για το βραβείο Σεζάρ μικρού μήκους το 2023, βραβείο που κέρδισε στην κατηγορία καλύτερης ταινίας μικρού μήκους μυθοπλασίας).

Εκεί που η ταινία δείχνει κάπως αδύναμη είναι στο μάλλον αδιάφορο κομμάτι της Αμελί με έναν παλιό έρωτά της. Ωστόσο, η Μπονέν αποδεικνύεται ευφάνταση και αρκετά τολμηρή, προσθέτοντας ακόμα και στοιχεία αυθεντικού μιούζικαλ σε μια ταινία που αισθητικά τουλάχιστον δεν δείχνει καθόλου τέτοιου ύφους.

Για φαν της Μπίλι Αϊλις

Αναπόφευκτα, μια ταινία όπως η «Billie Eilish hit me hard and soft the tour live in 3D» (ΗΠΑ, 2026) που στην ουσία είναι η κινηματογράφηση των live εμφανίσεων τηςlστο Co-op Live Arena στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρει, κυρίως, τους φανατικούς θαυμαστές της (που βεβαίως είναι εκατομμύρια). Ομως η ταινία, την οποία σκηνοθέτησε ο Τζέιμς Κάμερον μαζί με την Αϊλις, παρότι στέκεται κυρίως σε αυτές τις εμφανίσεις, παράλληλα ενδιαφέρεται να εξακριβώσει και τους λόγους για τους οποίους η γεννημένη τον Δεκέμβριο του 2001 Μπίλι Αϊλις έγινε ένα πραγματικό φαινόμενο της ποπ μουσικής. Η επιτυχία της ίσως να μην οφείλεται μόνο στον cool χαρακτήρα και το «χύμα» ντύσιμό της αλλά και στο απολύτως προσωπικό στυλ της, με ιδέες δικές της «που πάντα άκουγαν οι άλλοι», όπως λέει η ίδια στην ταινία που παρήχθη κατά τη διάρκεια της μεγάλης της περιοδείας (Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Αυστραλία, Ιαπωνία) για το μουσικό άλμπουμ της «Hit Me Hard and Soft».

Anime για ειδικό κοινό

Φανταστείτε να σας ρωτάει κάποιος ποια ταινία κινουμένων σχεδίων να δει και να πρέπει να του πείτε τον τίτλο «That time I got reincarnated as a slime – Η ταινία: Τα δάκρυα της γαλάζιας θάλασσας» (Ιαπωνία, 2026), που χρειάζεται προσπάθεια για να τον θυμάσαι απ’ έξω. Είναι να απορείς καμιά φορά για το πώς προωθούνται οι ταινίες στη χώρα μας, αλλά βέβαια οι γνώστες της συγκεκριμένης σειράς anime και των κινηματογραφικών ταινιών που την ακολούθησαν δεν χρειάζεται να ξέρουν περισσότερα. Ως anime είναι καλό για χάζι, εκτιμάς το σχέδιο και κουτσά στραβά ακολουθείς την πλοκή. Και βέβαια, την ίδια ώρα, χαίρεσαι που άνθρωποι σαν τον θρύλο Χαγιάο Μιγιαζάκι υπάρχουν ακόμα ανάμεσά μας για να προσφέρουν ιαπωνικό animation για όλους και όχι μόνο τους φαν (σκηνοθεσία Γιασουχίτο Κικούτσι, Οστιν Σισκ).

Videogame ξύλου

Οταν ένα videogame γίνεται έμπνευση για κινηματογραφική ταινία, οι μη γνώστες του videogame μάλλον θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν την ταινία, πέρα ίσως από τα βασικά, τα οποία ούτως ή άλλως προσφέρει το «Mortal Kombat 2» (ΗΠΑ, 2026) του Σάιμον ΜακΚόιντ, εμπνευσμένο από το δημοφιλές βιντεοπαιχνίδι των Εντ Μπουν και Τζον Τομπάιας. Και τα βασικά, βέβαια, είναι το… ξύλο (ω! μα τι πρωτότυπο). Πέφτει πάρα πολύ ξύλο εδώ πέρα και με διάφορους τρόπους φυσικά, από το 1ο λεπτό της ταινίας ως το 45ο (τουλάχιστον). Δεν έμεινα στην αίθουσα να τη δω ολόκληρη· βαρέθηκα να τους βλέπω να χτυπιούνται λυσσασμένα, χωρίς να μπορώ και να καταλάβω πλήρως τον λόγο (παίζουν οι Καρλ Ερμπαν, Λούντι Λιν, Αντελάιν Ρούντολφ, Τζέσικα ΜακΝάμι κ.ά.).

Πίνα Μπάους με live χορό

Σε επετειακή επανέκδοση και μόνο για τρεις προβολές στον κινηματογράφο Δαναό προβάλλεται το αριστουργηματικό 3D ντοκιμαντέρ «Pina» (Γερμανία / Γαλλία / Αγγλία / ΗΠΑ, 2011) του Βιμ Βέντερς με live performance χορού. Το υποψήφιο για Οσκαρ ντοκιμαντέρ του γερμανού σκηνοθέτη παρουσιάζει τη ζωή και το έργο της Πίνα Μπάους, της χορογράφου που άλλαξε την τέχνη του χορού για πάντα, μέσω του διάσημου χοροθεάτρου του Wuppertal που διηύθυνε. Πριν από κάθε προβολή το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια performance χορού από την Αθανασία Κανελλοπούλου (που υπήρξε guest χορεύτρια στο Wuppertal Tanztheater), εμπνευσμένη από το χορογραφικό σύμπαν της Πίνα Μπάους.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000