«Σ’ ένα σπίτιν τούρκικον που το καταλάβαμε είχε έναν στρατιώτη που λεγόταν Νίκος Σοφιανός από την Μακράσυκα, αν θυμάμαι καλά, ένα κατεχόμενο χωριό πίσω από τη κατεχόμενη Αχνα. Οταν λοιπόν επήρεν άδεια και πήγεν ήταν αρραβωνιασμένος, εσημείωσεν το τηλέφωνον – είχεν και τηλέφωνον το σπίτι εκεί του τούρκικον – και έδωσεν τον αριθμόν και τον έπαιρνεν και η γυναίκα του. Οταν εξεκίνησε η δεύτερη εισβολή τηλεφώνησεν η γυναίκα του (…) το πήρεν ένας άλλος στρατιώτης που ήταν μαζί του το τηλέφωνο και του φωνάζει “Νίκο σε θέλει η αρραβωνιαστικιά σου”. “Περίμενε” του λέει “να ρίξω την τελευταία σφαίρα κι έρχομαι στο τηλέφωνο”. Μέχρι να ρίξει την τελευταία σφαίρα από τη χαραμάδαν εκεί που έβαλλεν ο ίδιος επέρασεν η σφαίρα και τον εσκότωσε. Και περίμενεν η γυναίκα του στη γραμμή».
Το περιστατικό αυτό συνέβη το καλοκαίρι του 1974 στην Κύπρο και το ανακαλεί στη μνήμη του ο Μιχάλης Χατζημιχαήλ από την περιοχή της Δερύνειας, έφεδρος τότε αξιωματικός που επρόκειτο να απολυθεί στις 20 Ιουλίου του 1974, αλλά τον πρόλαβε το πραξικόπημα. Και η τραγική αυτή ιστορία είναι μία από τις μαρτυρίες 14 ανθρώπων που βίωσαν την προσφυγιά στην Αμμόχωστο και οι οποίοι είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου «Λαλώ σου τα – Μαρτυρίες από την προσφυγιά της Αμμοχώστου», που υπογράφει ο ιδρυτής και διευθυντής της Πολιτιστικής Εταιρείας Κρήτης και, μεταξύ πολλών άλλων, του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων, Ματθαίος Φραντζεσκάκης.
«Λαλώ σου τα, μου είπα, από καρδιάς κι έτσι κατεγράφησαν και παρουσιάζονται σε αυτό το βιβλίο, κρατώντας την προφορικότητα του λόγου, θέλοντας να έχουμε την ελάχιστη παρέμβαση τόσο σε αυτά που μας εμπιστεύτηκαν όσο και στον τρόπο με τον οποίο μας τα αφηγήθηκαν», εξηγεί στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης ο συγγραφέας για το υλικό που προέκυψε με αφορμή τη δημιουργίας ενός ντοκιμαντέρ εν μέσω πανδημίας για εκπαιδευτικούς λόγους. Εκείνο το ντοκιμαντέρ έδωσε το έναυσμα για έναν κύκλο μαραθώνιων αφηγήσεων, που καταγράφηκαν από τον Κώστα Κοσμαδάκη και οι οποίες εκτός από την παρουσίασή τους στο βιβλίο θα αξιοποιηθούν και οπτικοακουστικά.
Ενας στρατιώτης
Συγκλονιστικά μεταφέρει η Ευτυχία Δρουσώτου – Ματσάνγκου από το Βαρώσι τη μαρτυρία ενός από τους τελευταίους στρατιώτες που ήταν στα τείχη της Αμμοχώστου. «Πρέπει να ήταν 20 χρονών. Θυμούμαι όμως ήταν τρομερά ταραγμένος και εφώναζεν, έκλαιγε, γιατί είχαν μείνει μόνοι τους 3-4 στρατιώτες χωρίς όπλα – τα όπλα τους ήταν πανάρχαια σε σύγκριση με τους άλλους –, τους είχαν τα λείψει τα πυρομαχικά, τους είχαν εγκαταλείψει οι ανώτεροι, δεν είχαν κανένα να τους δώσει ούτε οδηγία, ούτε διαταγή, ούτε μια σφαίραν να πολεμήσουν. Και θυμούμε που έκλαιε και φώναζεν “να έρθει ένας να μας φέρει μια σφαίρα, εν θα μπαίναν μέσα οι Τούρκοι”. Ηταν πολλά, πολλά ταραγμένος. Εντονος. Δεν ξέρω πώς εβίωσεν εκείνην την εγκατάλειψη ο άνθρωπος εκείνος. Αυτό ήταν ότι οι τελευταίοι που έφυγαν, αυτοί οι στρατιώτες έφυγαν εγκαταλειμμένοι», θυμάται. Και στην ερώτηση τι σημαίνει πρόσφυγας απαντά: «Να είναι το σπίτι σου ένα χιλιόμετρο πιο κάτω και να μην μπορείς να μπεις μέσα», ενώ δεν κρύβει και την πικρία από όσα άκουσε όταν έφτασε στη Λάρνακα: «”Δεν έπρεπε να φύγετε. Καλά να πάθετε. Εσείς φταίτε που σας τα πήραν”. Λες κι εμείς εμπορούσαμε να σταματήσουμε τα τανκς και τα αεροπλάνα».
«Οι 14 μαρτυρίες αυτού του τόμου δεν είναι απλές συνεντεύξεις. Είναι ζωές. Μια μάνα που έχασε το παιδί της. Ενα παιδί που αποχωρίστηκε από τους δικούς του και βρήκε θερμή φιλοξενεία στην Ελλάδα. Ενας στρατιώτης που πάλεψε άνισα. Ενας άνθρωπος που φυλακίστηκε, εκτοπίστηκε, έγινε πρόσφυγας», σημειώνει στον πρόλογο της έκδοσης ο φιλόλογος Φίλιππος Χαραλάμπους, ο οποίος και επιμελήθηκε τον προφορικό λόγο, ενώ η συγγραφέας Βίβιαν Αβραμίδου – Πλούμπη χαρακτηρίζει τις μαρτυρίες ως «άδειασμα της ψυχής λαβωμένων ανθρώπων προς ευήκοα ώτα» σε ένα από τα προλογικά σημειώματα μαζί με εκείνα των δημάρχων των αδελφοποιημένων Δήμων Χανίων και Αμμοχώστου, Παναγιώτη Σημανδηράκη και Δρος Σίμου Ιωάννου.
Τι άλλαξε
Πόσο άλλαξαν ψυχολογικά οι άνθρωποι της Κύπρου μέσα από τα γεγονότα; «Η προσωπική μου άποψη, τα πρώτα χρόνια έβλεπες τον Κυπριακό λαόν σε μαρασμό. Ψυχολογικά, οικονομικά, διότι εχάσανε τις περιουσίες τους, κάποιοι τα παιδκιά τους, που είναι το πιο βασικό. Ξέρεις τι θα πει να ‘ρχεται με έναν φέρετρο ένα μέτρο, να σου λέει αυτός είναι ο γιος σου, ο γόνος σου, οστά. Εναν κομμάτιν οστό και να σου λέει αυτός να είν’ ο δικός σου αυτό; (…) Ομως μετά που έμπηκεν το χρήμα κάπως τα πράγματα… εξεχάσαμεν και την εισβολήν, εξεχάσαμεν τους αγνοούμενους, εξεχάσαμεν τους βιασμούς, εξεχασαμέν τα όλα», λέει ο Παναγιώτης Κρέμμας από την Αγία Νάπα.






