Η θεατρική απήχηση και η φιλολογική εκτίμηση ενός δράματος δεν είναι πάντοτε ανάλογες, ακόμη κι όταν πρόκειται για έργα του «κλασικού ρεπερτορίου». Μια τέτοια περίπτωση είναι οι Τρωάδες του Ευριπίδη, τραγωδία που κατέλαβε τη δεύτερη θέση στα Μεγάλα Διονύσια του 415 π.Χ., μεσούντος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ολο το έργο, δηλαδή η μοίρα που επιφυλάσσεται στις αιχμάλωτες γυναίκες της Τροίας μετά την άλωση της πόλης τους από τους Αχαιούς, εκτυλίσσεται από τη σκοπιά των Τρωαδιτισσών: μέχρι και η βασίλισσα Εκάβη θα καταντήσει πλέον σκλάβα του Οδυσσέα. Ο αθηναίος τραγικός ποιητής μίλησε λοιπόν με τη φωνή «του άλλου», των ηττημένων, των βαρβάρων, και μάλιστα εκείνης της μερίδας που δεν είχε καν, λόγω φύλου, συμμετοχή στις εχθροπραξίες. Σε μια εποχή που ο αντιιμπεριαλισμός, η ενσυναίσθηση και η γυναικεία αυτοδιάθεση ήταν περιθωριακές έννοιες, το δε «δίκαιο του ισχυρού» αυτονόητη αρχή, ο Ευριπίδης έφερε επί σκηνής την αντιηρωική όψη του τρωικού μύθου για να σχολιάσει τον πόλεμο της δικής του εποχής και να προειδοποιήσει για την ύβριν των εγκλημάτων πολέμου (δολοφονίες αμάχων, βιασμοί, σκύλευση νεκρών, βεβήλωση ιερών).
Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, οι σημερινοί άνθρωποι της τέχνης καταφεύγουν στους τραγικούς μύθους για να σχολιάσουν το δικό μας παρόν. Η κορύφωση, λοιπόν, της προσφυγικής κρίσης το 2015 επανέφερε ξανά στο προσκήνιο αυτό το λιγότερο γνωστό δράμα (το οποίο ουδέποτε είχε τη φήμη μιας Μήδειας ή ενός Οιδίποδα), ως απάντηση σε μια σύγχρονη ανθρώπινη τραγωδία: η προσφυγιά όχι μόνο κανονικοποιείται, με συνανθρώπους μας να στοιβάζονται επ’ αόριστον σε «κέντρα υποδοχής» ή να πνίγονται μεσοπέλαγα, αλλά γίνεται αυτή καθαυτήν εργαλείο υβριδικού πολέμου. Οι γυναίκες της Τροίας που φορτώνονται στα πλοία των Ελλήνων για ένα μέλλον αβέβαιο δίνουν σήμερα φωνή στις «βάρβαρες» προσφύγισσες της Συρίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Παλαιστίνης κ.ο.κ. Η γυναικεία αλληλεγγύη του έργου – η Εκάβη απλώνει τις μητρικές φτερούγες της πάνω απ’ όλες τις Τρωαδίτισσες και οι τελευταίες θρηνούν η μια για την άλλη – έχει επίσης συμβάλει στη θεατρική ευημερία του. Βέβαια, οι Τρωάδες δεν είναι αντιπολεμικό έργο γενικώς και αορίστως (ίσα ίσα που ο πόλεμος θεωρείται ευκαιρία απόκτησης υστεροφημίας) ούτε φεμινιστικό (η Εκάβη χρεώνει τον πόλεμο στη φιλήδονη και ματαιόδοξη Ελένη, ενώ προτρέπει την Ανδρομάχη, ένα πρότυπο γυναίκας, να καλοδεχτεί ως νέο σύζυγο τον δυνάστη της, Νεοπτόλεμο). Με ορισμένες λοιπόν ιδεολογικές μετατοπίσεις χάριν εκσυγχρονισμού, οι Τρωάδες έχουν ανέβει επί σκηνής πολλάκις τα τελευταία χρόνια – για να περιοριστώ στις μεγάλες εγχώριες παραγωγές, αναφέρω επιλεκτικά τις σκηνοθεσίες των Σωτήρη Χατζάκη (Εθνικό Θέατρο, 2015), Θεόδωρου Τερζόπουλου (θέατρο Αττις, 2017), Γιάννη Παρασκευόπουλου (ΚΘΒΕ, 2020), Χρήστου Σουγάρη (ΚΘΒΕ, 2023) και προσεχώς της Ελένης Ευθυμίου (Εθνικό Θέατρο, 2026) – κι έχουν μάλιστα τροφοδοτήσει τη νεοελληνική δραματουργία· πάλι ενδεικτικά, αναφέρω τις «Τρωάδες σήμερα» της Ρούλας Πατεράκη (2016) και το «Μακρόνησος / Τρωάδες» του Ανδρέα Ζαφείρη (2025).
Απεναντίας, η φιλολογική απήχηση των Τρωάδων ουδέποτε υπήρξε εκκωφαντική. Ούτε μέρος της βυζαντινής «τριάδας» (Εκάβη, Ορέστης, Φοίνισσες), τουτέστιν του σχολικού κανόνα, υπήρξε, ούτε με τα αισθητικά κριτήρια της νεότερης φιλολογίας συνιστούν «κορυφή» του ευριπίδειου corpus. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς με τον Donald Mastronarde, καθηγητή στο Berkeley και κορυφαίο μελετητή του Ευριπίδη, που περιλαμβάνει στον σύγχρονο κανόνα τη Μήδεια, τον Ιππόλυτο και τις Βάκχες∙ τα δύο τελευταία ξεχώρισε ήδη ο ογκόλιθος της κλασικής φιλολογίας Ulrich von Wilamowitz στα τέλη του 19ου αι. Αυτό τεκμαίρεται με τρόπο αντικειμενικό από την υπάρχουσα βιβλιογραφία, η οποία είναι συγκριτικά μικρότερη για τις Τρωάδες από ό,τι για τις περισσότερες ευριπίδειες τραγωδίες. Ειδικότερα δε η ελληνόφωνη βιβλιογραφία είναι ισχνή∙ πέρα από γενικές επισκοπήσεις της πλοκής σε γραμματολογίες και εισαγωγικά εγχειρίδια για τον δραματικό ποιητή, ο αναγνώστης που επιθυμεί να διεισδύσει στο έργο στα ελληνικά, καθώς και ο καθηγητής που καλείται να το διδάξει, δεν είχαν ως τώρα αναλυτικές μελέτες. Μάλιστα, η προσεχής εισαγωγή των Τρωάδων στη διδακτέα ύλη του Γυμνασίου, σε αντικατάσταση της Ελένης και ως εναλλακτική επιλογή προς την Αλκηστη (ήδη έχουν γραφεί τα σχολικά εγχειρίδια και αναμένεται η κυκλοφορία τους), καθιστά την ανάγκη αυτή επιτακτική.
Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει ο άρτι εκδοθείς τόμος Ευριπίδη Τρωάδες: Αναγνώσεις από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σε επιμέλεια του Σταύρου Τσιτσιρίδη, καθηγητή Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και Αρχαίου Θεάτρου του Πανεπιστημίου Πατρών. Στις 480 σελίδες του περιέχονται 24 κεφάλαια από ισάριθμους ειδικούς του αρχαίου δράματος, Ελληνες και ξένους, άνδρες και γυναίκες, σε αξιέπαινη ισορροπία. Από τον εκλιπόντα David Konstan, τον Toph Marshall και την Edith Hall ως τους δικούς μας Θεόδωρο Στεφανόπουλο, Κατερίνα Συνοδινού, Βάιο Λιαπή, Ιωάννη Κωνσταντάκο, Καίτη Διαμαντάκου κ.ά. (απολύτως ενδεικτική η επιλογή ονομάτων χάριν οικονομίας χώρου), ο τόμος φιλοξενεί μια εκλεκτή ομάδα που μας χαρίζει μια θεματικά και μεθοδολογικά πολυφωνική προσέγγιση – εξού και «Αναγνώσεις» στον τίτλο – με μελέτες κειμενοκεντρικές, ιστορικές, θεατρολογικές, αρχαιολογικές, φεμινιστικές, διακαλλιτεχνικές κ.ά.
Η πρώτη ενότητα έχει εισαγωγικό χαρακτήρα, δηλαδή αποσκοπεί στη γραμματολογική πλαισίωση της τραγωδίας. Ο επιμελητής του τόμου χαρτογραφεί τα κύρια ζητήματα έρευνας γύρω από τις Τρωάδες και υπογραμμίζει τη σημασία του Προλόγου για τη συνολική ερμηνεία του έργου. Τα δύο επόμενα κεφάλαια εντάσσουν το δράμα στην ευρύτερη αντιηρωική λογοτεχνική παράδοση του Τρωικού Κύκλου (από τα κύκλια έπη μέχρι τον Σαίξπηρ) και στα αποσπασματικά συμφραζόμενα της ευριπίδειας «τρωικής τριλογίας» του 415 π.Χ., όπου μαζί με τις Τρωάδες παραστάθηκαν ο Αλέξανδρος, άλλο όνομα του Πάρη, και ο Παλαμήδης.
Στη δεύτερη ενότητα αναλύονται ερμηνευτικά ζητήματα: η έννοια του χρόνου και η ιστορική συγκυρία του έργου – η πάλαι ποτέ κοινοτοπία ότι το έργο είναι ένα «δριμύ κατηγορώ» του Ευριπίδη για τη βάρβαρη σφαγή των Μηλίων από τους Αθηναίους έχει πλέον αποδομηθεί, παρότι εκ της συγκυρίας ορισμένοι θεατές θα έκαναν και τέτοιους συνειρμούς· τα συναισθήματα των ηρωίδων και του Χορού ως συλλογικού υποκειμένου· η σκηνική τεχνική και η ποιητική των χορικών· ο θρήνος ως πολιτική (δια)δήλωση των γυναικών· η πολυεπίπεδη σκιαγράφηση της Κασσάνδρας και της Ελένης (οι οποίες ομολογουμένως είναι πιο σύνθετες από την πρωταγωνίστρια Εκάβη).
Στην τελευταία ενότητα εξετάζεται η πρόσληψη των Τρωάδων, δηλαδή η υποδοχή τους από την αρχαιότητα ως σήμερα σε ένα ευρύ γεωγραφικό και καλλιτεχνικό φάσμα: από την αρχαία αγγειογραφία και τη ρωμαϊκή διασκευή του Σενέκα ως τις νεοελληνικές θεατρικές μεταφράσεις, τις δραματουργικές μεταγραφές των Jean-Paul Sartre και Walter Jens, τις σκηνοθετικές προτάσεις του Tadashi Suzuki, του Γιάννη Τσαρούχη και του Θεόδωρου Τερζόπουλου, καθώς και διασκευές στον κινηματογράφο, το χοροθέατρο και τα κόμικς.
Το συνολικό εκδοτικό εγχείρημα, δηλαδή ένας τόμος αφιερωμένος αποκλειστικά σε ένα δράμα και όχι σε έναν συγγραφέα εν γένει, είναι πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα – παρόμοια βιβλία απαριθμούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού – και μεγάλης χρησιμότητας για τους μελετητές, για τη διδακτική πράξη (στην τριτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση) αλλά και για τους ανθρώπους του θεάτρου. Για παράδειγμα, το επίμετρο, όπου καταγράφονται και περιγράφονται όλες οι υπάρχουσες νεοελληνικές μεταφράσεις, αποτελεί χρήσιμο εργαλείο δουλειάς για τον δάσκαλο και τον σκηνοθέτη. Παρομοίως, τα εικαστικά και φωτογραφικά τεκμήρια (αγγειογραφίες, θεατρικά και κινηματογραφικά στιγμιότυπα, καρέ από κόμικς) δεν λειτουργούν μόνο ως πηγές για συγκριτική μελέτη αλλά και ως πηγές έμπνευσης. Το πιο σημαντικό βέβαια είναι η υψηλή επιστημονική ποιότητα των κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο. Για την παράλληλη, υψηλή τυπογραφική αισθητική, την ομορφιά του εξωφύλλου, τη βιβλιοδετική ανθεκτικότητα, την προσιτή τιμή, κυρίως όμως για τη στήριξη του εγχειρήματος και τη συνολικότερη επένδυση στα κλασικά γράμματα – σε μια εποχή διόλου φιλική προς αυτά – οφείλονται συγχαρητήρια στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Δεν μπορούμε παρά να ευχηθούμε ο τόμος αυτός να αποτελέσει την αρχή για μια ολόκληρη εκδοτική σειρά «Αναγνώσεων» για τις αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, εφάμιλλου επιστημονικού επιπέδου και ευρύτητας προοπτικών. Η ετέρα τραγωδία του νέου «κανόνα» της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η Αλκηστη, μας γνέφει με ανυπομονησία.
Ο Δημήτρης Κανελλάκης είναι επίκουρος καθηγητής Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου και Δράματος στο Πανεπιστήμιο Πατρών
Συλλογικό
Ευριπίδη Τρωάδες: Αναγνώσεις
Επιστημονική επιμέλεια Σταύρος Τσιτσιρίδης
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025, σελ. 462
Τιμή 22 ευρώ






