Τελικά κάθε εμβριθής γεωπολιτική ανάλυση περί τα παγκόσμια θα πρέπει να ξεκινά από το γεγονός ότι η εξουσία του ισχυρότερου κράτους του κόσμου έχει καταληφθεί από ένα πρόσωπο, ψυχολογικά προβληματικό και πολιτικά ασυνάρτητο.
Το πώς έφτασαν η Αμερική και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να εκλέξουν τέτοιο πρόεδρο χρειάζεται ίσως μια σύνθετη ανάλυση. Το «διά ταύτα» όμως δεν αλλάζει. Ματαιοπονούν όσοι ψάχνουν «πίσω από τις κουρτίνες» ένα ορθολογικότερο κέντρο αποφάσεων ή ένα «βαθύ κράτος» που έχει επεξεργαστεί συνεκτικές στρατηγικές, που ξέρει και βλέπει μακριά πράγματα τα οποία εμείς οι κοινοί θνητοί αδυνατούμε να κατανοήσουμε.
Οι αποδείξεις για το αντίθετο είναι πια πολλές. Δεν χρειάζεται να εθελοτυφλούμε αλλά να υπολογίσουμε τις επιπτώσεις της αλλοπρόσαλλης ηγεσίας Τραμπ σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα.
Η πιο θεαματική επίπτωση της ηγεσίας Τραμπ είναι ο διχασμός της Δύσης και η φανερή εχθρότητα προς την Ευρώπη. Τα θέματα της σύγκρουσης ήταν αλλεπάλληλα: το ξεπούλημα της Ουκρανίας, η επαναλαμβανόμενη απαξίωση του ΝΑΤΟ και της διατλαντικής σχέσης, οι δασμοί, η θρασεία διεκδίκηση της Γροιλανδίας.
Προστέθηκαν τώρα οι απειλές γιατί η Ευρώπη δεν θέλει να εμπλακεί σε έναν πόλεμο για τον οποίο ούτε ρωτήθηκε, ούτε συναποφάσισε. Εξίσου καταστροφικές είναι οι επιπτώσεις στις διεθνείς σχέσεις όπου αποκήρυξε το βασισμένο σε κανόνες διεθνές σύστημα για να προωθήσει μια «συναλλακτική» υποτίθεται λογική. Στην πραγματικότητα, παρακολουθήσαμε έναν ασυνάρτητο ακτιβισμό, συνήθως ρητορικό, όπου θέματα άνοιγαν χωρίς συνέχεια και έκλειναν χωρίς κατάληξη.
Κεντρικό μοτίβο της ρητορικής είναι η απολυτοποίηση της ισχύος και η απαξίωση του δικαίου. Αυτή η ιδεολογία επηρεάζει αρνητικά την ατμόσφαιρα στις επιμέρους δυτικές χώρες, στις οποίες άλλωστε διακηρυγμένος στόχος του τραμπισμού είναι η ενίσχυση των ακροδεξιών και αντιευρωπαϊκών δυνάμεων.
Ολα αυτά προκαλούν όπως είναι φυσικό αντίρροπες δυναμικές. Η πιο σημαντική είναι το κίνητρο που έδωσε στην Ευρώπη να σκεφτεί τον εαυτό της με όρους στρατηγικής αυτονομίας. Οχι οριστικού διαζυγίου γιατί ούτε ρεαλιστικό, ούτε ευκταίο είναι.
Αλλά και χωρίς τη δουλικότητα που έδειξαν στην αρχή, και χωρίς την ψευδή εκτίμηση ότι πρόκειται για μια πρόσκαιρη διαφωνία. Ετσι, έχοντας απέναντί της τον νέο άξονα του κακού Τραμπ – Πούτιν όπως λέχθηκε, η Ευρώπη πραγματοποιεί επιταχυνόμενα βήματα σύγκλισης όχι μόνο στον οικονομικό αλλά και στον γεωπολιτικό τομέα. Η ταχύτητα δεν είναι αυτή που θα επιθυμούσαν οι ευρωπαϊστές και οι αντιστάσεις παραμένουν.
Ομως η τάση είναι σαφής και ποιοτικά διαφορετική. Για την κατανόηση και την αξιολόγηση της νέας πραγματικότητας δεν αρκούν τα παραδοσιακά κριτήρια των «ευρωπαϊκών σπουδών» ούτε απλοϊκές διεθνολογικές θεωρήσεις. Γιατί η διαδικασία σύγκλισης είναι και θα είναι πιο χαοτική. Οι προβλεπόμενες κοινοτικές διαδικασίες των 27 μελών που διαμορφώθηκαν στη λογική οικονομικής σύγκλισης, θα εμπλέκονται ή θα υποσκελίζονται από τις διακυβερνητικές πρωτοβουλίες για γεωπολιτική συνεννόηση στην οποία θα περιλαμβάνονται και χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Βρετανία και η Νορβηγία. Ενα παράδειγμα εκδηλώθηκε μπροστά μας, στην Κύπρο. Ουσιαστικά θεωρήθηκε σύνορο της Ευρώπης και μάλιστα εν κινδύνω.
Πρόκειται για ποιοτική αλλαγή. Οι δύο αντιδιαμετρικοί πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή ορίζουν την Ευρώπη ως ενιαίο πολιτικό χώρο και οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να αισθάνονται ότι έχουν κοινά σύνορα, είτε είναι στις χώρες της Βαλτικής είτε στην Κύπρο. Πρόκειται για άλμα γεωπολιτικής και ταυτοτικής ενοποίησης εφάμιλλου αν παγιωθεί, εκείνου της δημιουργίας κοινού νομίσματος.
Η επίδραση αυτής της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας αποτελεί ανάχωμα στις επιδιώξεις των τραμπικών να διασπάσουν την ΕΕ προσεταιριζόμενοι μεμονωμένες χώρες και ακροδεξιές δυνάμεις. Από αυτή την άποψη είναι ενδιαφέρουσα η περίπτωση της Ιταλίας και της Μελόνι. Λόγω ιδεολογίας, επιδίωξε στην αρχή να είναι γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Τραμπ, αλλά η επιθετικότητα της αμερικανικής ηγεσίας περιόρισαν τις φιλοδοξίες της, όπως φάνηκε και στην τωρινή κρίση του Ιράν.
Το παράδειγμα δείχνει ότι η σχέση της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς με τον τραμπισμό είναι πιο περίπλοκη από όσο συνήθως την εμφανίζουμε. Η Ακροδεξιά υποδέχτηκε με χαρά την αντιμεταναστευτική, την αντιwoke και την εθνικιστική ατζέντα του Τραμπ, στη συνέχεια όμως φάνηκε ότι η ταύτιση μαζί του μπορούσε να της κοστίσει εκλογικά. Υπάρχει ένα πραγματικό υπόβαθρο σε αυτό.
Ο ευρωπαϊκός συντηρητισμός διαφέρει από τον αμερικανικό, ιδίως από την τροπή που πήρε ο τελευταίος τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ετσι, η πολιτική κουλτούρα της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών πολιτών αντιδρά στο ήθος, στο ύφος και στη γενική στρατηγική του τραμπισμού. Και μπορεί η κάθε μεμονωμένη χώρα να προσπαθεί με διάφορους συμβιβασμούς να αποφύγει μια μετωπική αντιπαράθεση με την αμερικανική ηγεσία, αλλά αυτό έχει όριο την εθνική αξιοπρέπεια η οποία ενθαρρύνεται και από την πολιτική ομπρέλα που προσφέρει η κοινή ευρωπαϊκή στάση – αν και όταν βεβαίως επιτυγχάνεται.
Ομως, οι επιπτώσεις του τραμπισμού δεν αφορούν μόνο τις διατλαντικές σχέσεις, καθώς διακηρυγμένος στόχος του ήταν η αποδόμηση των υπολειμμάτων του βασισμένου σε κανόνες διεθνούς συστήματος.
Η αλήθεια είναι ότι η αποδόμηση άρχισε πριν από τον Τραμπ εξαιτίας της αλλαγής των συσχετισμών μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όπως επίσης και της υποχώρησης της αμερικανικής ηγεμονίας η οποία είχε αποτελέσει τον πυλώνα του συστήματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο τραμπισμός επιδιώκει την αντιστροφή αυτής της υποχώρησης μέσω μιας πολιτικής που θα αντικαθιστά την ισχύ του δίκαιου με το δίκαιο της ισχύος. Η περιθωριοποίηση των διεθνών οργανισμών με πρώτον τον ΟΗΕ, οι πόλεμοι και ο γενικευμένος ανταγωνισμός, είναι η νέα πραγματικότητα.
Υποτίθεται ότι παρακολουθούμε μια σύγκρουση για την ηγεμονία μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας, ή ένα κόσμο που θα κυριαρχείται από τρεις με πέντε υπερδυνάμεις, ή μια μετάβαση σε έναν νέο διπολισμό Δύσης – αντιΔύσης (αν και στην κρίση του Ιράν οι BRICS φάνηκαν πιο σκόρπιοι από τη Δύση).
Η αλήθεια είναι ότι κραταιές θεωρίες των διεθνών σχέσεων και των κοσμοσυστημάτων, μελετώντας το παρελθόν, στηρίζουν ανάλογες εκδοχές. Μήπως όμως το παρελθόν μας παραπλανά; Μήπως ο αναδυόμενος νέος κόσμος θα είναι πιο πλουραλιστικός, με την ισχύ κατανεμημένη σε περισσότερους, και την απόσταση μεταξύ «υπερδυνάμεων» και «ενδιάμεσων» δυνάμεων μικρότερη; Αυτό υποστήριξε πρόσφατα ο καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ.
Δεν ήταν μόνο μια υπόθεση, αλλά μια αγωνιστική πρόσκληση στις «ενδιάμεσες» δυνάμεις, όπως η Ευρώπη, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Ιαπωνία, η Ινδία, η Νότια Κορέα, και άλλες, να διεκδικήσουν έναν δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση της νέας εποχής.
Συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός νέου διεθνούς πλαισίου που θα ενθαρρύνει τη συνεργασία, την ειρηνική συνύπαρξη και την ισχύ του διεθνούς δικαίου.
Δράσεις και αντιδράσεις σε μια τρελή εποχή. Εθνικές, ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εξελίξεις συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Με αυτό το κουβάρι λογαριάζονται οι πολίτες και κρίνονται οι ηγέτες. H κατάληξη άγνωστη.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο






