Το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης, πριν ακόμα η αυλαία της σηκωθεί, η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου γέμισε φωνές, γέλια και μια ζωηρή ομάδα ατόμων με λευκά μπαστούνια και τους συνοδούς τους. Στο πλαίσιο των παραστάσεων του «Βυσσινόκηπου» σε συνθήκες καθολικής προσβασιμότητας που πραγματοποιήθηκαν στις 12 και 13 Μαρτίου, πραγματοποιήθηκε απτική ξενάγηση επί σκηνής για θεατές με προβλήματα όρασης.
Εκεί, ανάμεσα στα σκηνικά, τα κοστούμια και τα αντικείμενα του διακόσμου, είχαν την ευκαιρία να «γνωρίσουν» τον κόσμο του έργου του Αντον Τσέχοφ μέσα από την αφή και την αφήγηση, πριν τον συναντήσουν αργότερα χάρη στην ακουστική περιγραφή της παράστασης με τη βοήθεια των ανθρώπων του οργανισμού liminal.
Εκκινώντας από το φουαγέ στο ισόγειο του Κτιρίου Τσίλλερ, οι επισκέπτες οδηγήθηκαν στα παρασκήνια όπου θα πραγματοποιούνταν το κυρίως μέρος της ξενάγησης. Υπό την καθοδήγηση των συνεργατριών της liminal, που από μικροφώνου τούς ενημέρωναν για τα εμπόδια στην πορεία, αλλά και των συνοδών τους, που ήταν εκεί ώστε να τα ξεπεράσουν με άνεση, έφτασαν στο μπροστινό μέρος της σκηνής.
Εκεί, ακούγοντας την περιγραφή του σκηνικού, μπήκαν στον κόσμο αυτής της οικογένειας που ξαναβρέθηκε ύστερα από χρόνια στο γερασμένο πια και υποθηκευμένο σπίτι τους. Χάιδεψαν το μπορντό βελούδο του καναπέ που κοσμεί τη ρωσική ντάτσα, σύμφωνα με το σενάριο, έπιασαν στα χέρια τους ένα παλιό κασετόφωνο κι έσυραν μπροστά και πίσω την τζαμαρία που χώριζε τη σκηνή από τα παρασκήνια.
Εφτασαν δε ως τα κάγκελα, στην άκρη του θεατρικού σανιδιού, για να νιώσουν το απαλό τρίχωμα μιας λευκής αρκούδας που προοριζόταν για χαλί στο καθιστικό αλλά για τις ανάγκες της ξενάγησης απλώθηκε εκεί. Οπως οι ήρωες του Τσέχοφ που στην παράσταση ζουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, οι θεατές με τα προβλήματα όρασης, σε κάθε τους άγγιγμα, ήρθαν πιο κοντά σε αυτή τη θεατρική τελετουργία του «Βυσσινόκηπου» που μιλάει για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της αβύσσου και του απείρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν.
Επόμενη στάση της ξενάγησης ήταν τα παρασκήνια, όπου δεσπόζει μια γέρικη βυσσινιά, την οποία κλήθηκαν να αγγίξουν. Ο μεγάλος κορμός της από γύψο μαζί με τα υφασμάτινα άνθη της, τα οποία στερεώνονται στα κλαδιά του, κρεμασμένα από σύρματα, εξίταραν τους θεατές, ξυπνώντας μέσα τους φανταστικές εικόνες. Κάθε επαφή γινόταν και μια προσωπική αποκάλυψη: η υφή του δέντρου και των κλαδιών του που αποσπώνται, η απαλότητα των λουλουδιών και η στιβαρότητα της κατασκευής.
Οι ψίθυροί τους που σχολίαζαν όσα ένιωθαν και τα χαμόγελα που ζωγραφίζονταν στα πρόσωπά τους φανέρωναν τη μαγεία της στιγμής. Η μεγάλη έκπληξη, ωστόσο, ήταν πίσω από τη βυσσινιά, όπου τους περίμεναν οι ηθοποιοί της παράστασης για να τους μιλήσουν για τους ρόλους τους και να τους αφήσουν να τους καταλάβουν αγγίζοντας τα κοστούμια τους.
Οι ηθοποιοί
Η Αμαλία Μουτούση τούς υποδέχθηκε ως η κεντρική ηρωίδα της παράστασης Λιουμπόφ Αντρέγεβνα Ρανέφσκα, μια ξεπεσμένη αριστοκράτισσα, ιδιοκτήτρια του κτήματος, που αδυνατεί να διαχειριστεί την πώληση του αγαπημένου της βυσσινόκηπου. Πλησίασε τους θεατές για να μπορέσουν ν’ αγγίξουν τη χοντρή γούνα που φορούσε.
Το ίδιο έκαναν αργότερα ένας ένας οι ηθοποιοί Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Εκτορας Λυγίζος, Μαρία Μοσχούλη, Γιάννης Παπαδόπουλος, Φοίβος Συμεωνίδης και Γιώργος Ζιάκας που άφησαν γούνινα καπέλα, κοτσίδες, ξεφτισμένα πουλόβερ, κασκόλ, γυαλιά και μούσια στη διάθεση των θεατών για να τα πιάσουν και να χτίσουν τους ήρωες στη φαντασία τους.
Τους έκαναν το περίγραμμα του κάθε ρόλου, δίνοντας έμφαση στην εξωτερική του εμφάνιση αλλά και τις εσωτερικές ποιότητες που τη συνόδευαν. Οι μικρές πινελιές που έβαζαν στις περιγραφές έδιναν τροφή στους θεατές για ερωτήσεις και σχόλια, όπως στον Νάσο Γκαβέλα, παραολυμπιονίκη του στίβου, που ιδιαίτερα ευδιάθετος εξέφραζε παρατηρήσεις για τις ενδυματολογικές επιλογές του κάθε ήρωα. Κάθε απορία ή γνώμη ήταν η απόδειξη της ενεργής συμμετοχής τους αλλά και του πώς η τέχνη μπορεί να μιλήσει σε όλους, ακόμα και όταν η όραση δεν μεσολαβεί.
«Το θέατρο είναι μια ζωντανή επικοινωνία και με δράσεις όπως η απτική ξενάγηση δικαιώνεται τελείως. Ηταν πολύ συγκινητική και πολύ κανονική η συνάντησή μας με τους θεατές. Ηταν σαν μια γιορτή που ολοκληρώνει τη θεατρική εμπειρία. Γιατί η παράσταση είναι κάτι που έχουμε χτίσει με άλλους όρους κι έτσι την εμπλουτίσαμε κι έγινε πιο ολοκληρωμένη. Μπήκαμε σε μια διαδικασία άλλης χρήσης των εργαλείων, χωρίς να αλλάζει κάτι πραγματικά, κι αυτό έφερε μια αυξημένη συνειδητότητα.
Καταλάβαμε πώς προσλαμβάνονται οι πληροφορίες από ένα άλλο κανάλι κι αυτό όξυνε σε εμάς αλλά και στο υπόλοιπο κοινό τις αισθήσεις. Ενιωθα την ώρα της παράστασης ότι υπήρχε μια ατμόσφαιρα ακόμα πιο πυκνή κι επικοινωνιακή. Είναι απαραίτητο να διοργανώνονται τέτοιες δράσεις και μακάρι να πολλαπλασιαστούν οι προσβάσιμες παραστάσεις», ανέφερε ο Εκτορας Λυγίζος, σκηνοθέτης της παράστασης, μιλώντας στο «Νσυν».
Μαζί του συμφωνεί και η Αργυρώ Χιώτη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, που ήταν παρούσα στην ξενάγηση. «Είναι θεμελιώδες για το Εθνικό Θέατρο να μπορεί να δίνει τη δυνατότητα σε περισσότερους ανθρώπους να συμμετέχουν σε αυτό που ονομάζουμε εμπειρία του θεάτρου. Η συνεργασία μας με την Alpha Bank μάς επιτρέπει να παρουσιάζουμε παραστάσεις καθολικής προσβασιμότητας. Στόχος κι επιθυμία μας είναι η προσβασιμότητα να γίνει καθημερινότητα», επεσήμανε.







