Η σημασία της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τις υποκλοπές δεν έγκειται τόσο στην καταδίκη των κατηγορουμένων, όσο στο γεγονός ότι η δικαστική κρίση βασίσθηκε σε μία ενδελεχή εξέταση της υπόθεσης, κάτι που δυστυχώς δεν είχε γίνει μέχρι πρότινος σε δικαστικό επίπεδο. Και δη σε σχέση με μία υπόθεση μείζονος σημασίας για την ίδια την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, που έφθασε να δικάζεται σε επίπεδο πλημμελήματος και να αφορά τις ποινικές ευθύνες μόνον ιδιωτών και όχι και δημοσίων αξιωματούχων, κατόπιν μιας «αναντίλεκτης» αρχειοθέτησης από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, η αρχειοθέτηση αυτή δεν μπόρεσε να εμποδίσει την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ενώπιον εθνικού και υπερεθνικού δικαστή (βλ. ΕΔΔΑ).

Αξίζει να θυμηθούμε εδώ τη σοβαρότητα της υπόθεσης: Από το 2020 και μετά κατέστησαν στόχοι παρακολούθησης, είτε μέσω ΕΥΠ είτε μέσω του ιδιωτικού κατασκοπευτικού υπερόπλου Predator ή συνδυαστικά και με τους δύο μηχανισμούς, σειρά υπουργών και κυβερνητικών στελεχών, ο μετέπειτα αρχηγός του ΠΑΣΟΚ N. Ανδρουλάκης, εισαγγελικοί λειτουργοί, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, δημοσιογράφοι κ.ά. Μέχρι σήμερα, οι πολίτες της χώρας δεν γνωρίζουμε, ενώ έχουμε αξίωση προς τούτο, αν κορυφαίοι υπουργοί ή ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ αποτέλεσαν πράγματι κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή, αντιθέτως, αν παρακολουθήθηκαν αδίκως – που είναι και το πιθανότερο – και για ποιους λόγους συνέβη αυτό. Επιπλέον, θύματα των παρακολουθήσεων δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου που τα αφορούν· και τούτο, παρά τη σχετική απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (465/2024), στην οποία εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται η κυβέρνηση.

Περαιτέρω, παραμένει αναπάντητο το κομβικό ερώτημα ποιοι, πώς και γιατί ενορχήστρωσαν ένα τέτοιο ευρύ σύστημα παρακολουθήσεων. Χειρότερο ίσως είναι ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, κάποια υποκλαπέντα δεδομένα ή πληροφορίες να έχουν περιέλθει στην κατοχή ορισμένων προσώπων, που μπορεί να τα χρησιμοποιούν προς εξυπηρέτηση πάσης φύσεως συμφερόντων. Ο πατριωτισμός και μόνον θα επέβαλλε εδώ μία πλήρη διαλεύκανση.

Ευτυχώς, στην ανάδειξη της σοβαρότητας της υπόθεσης συνέβαλαν καθοριστικά τόσο η επίμονη και επιμελής έρευνα μιας ομάδας γενναίων ερευνητικών δημοσιογράφων, όσο και οι ενέργειες των Αρχών Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών και Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, οι οποίες, σε πείσμα διαφόρων κυβερνητικών μεθοδεύσεων, δεν υπέστειλαν τη σημαία του θεσμικού καθήκοντος. Αντιθέτως, η κυβερνητική πλευρά, παρά τις αρχικές πρωθυπουργικές παραδοχές και διαβεβαιώσεις ότι θα χυνόταν άπλετο φως στην υπόθεση, μόνο τη διαλεύκανσή της δεν προώθησε. Σημειώθηκε, εντός και εκτός Βουλής, πλήθος περιστατικών κυβερνητικής υπονόμευσης και απαξίωσης των θεσμικών ενεργειών Ανεξάρτητων Αρχών, αλλά και των ευρημάτων της ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Με την όλη υπόθεση των υποκλοπών η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών καθώς και βασικές δικαιοκρατικές εγγυήσεις υπέστησαν καίριο πλήγμα. Με ευθύνη κυρίως της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού.

Το ζήτημα παραμένει μείζον, πολιτικά και θεσμικά. Αλλά είναι και ασίγαστο. Διότι, μεταξύ άλλων, υπάρχουν λειτουργοί της Δικαιοσύνης που στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Επιβεβλημένη εδώ η επίσκεψη των ονομάτων τους: Νίκος Ασκιανάκης, προέδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, και Δημήτρης Παυλίδης, εισαγγελέας. Με την κρίσιμη δε απόφαση του τελευταίου για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, ως προς τυχόν πρόσθετες ποινικές ευθύνες των καταδικασθέντων καθώς και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων, περνάει πλέον η σκυτάλη της έρευνας σε επόμενους άξιους δικαστικούς λειτουργούς.

Ο Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.