Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ επεμβαίνουν σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής για να ανατρέψουν μια κυβέρνηση που δεν είναι του γούστου τους και να εγκαταστήσουν μια άλλη, δική τους. Εχουν προηγηθεί, ιστορικά, δύο μεγάλα κύματα τέτοιων επεμβάσεων.

Το πρώτο, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, από την Κούβα και την Αϊτή, ως τον Παναμά, τη Νικαράγουα και το Μεξικό. Ηταν η εποχή της «διπλωματίας των κανονιοφόρων» και των πρώτων «Banana republics». Η εποχή του περίφημου «δόγματος Mονρόε», που από το 1823 προστάτευε, υποτίθεται, την αμερικανική ήπειρο από τον επεκτατικό ευρωπαϊκό εποικισμό και την έθετε υπό την κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες, σε αντάλλαγμα, δεσμεύονταν να μην αναμειγνύονται στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Το δεύτερο κύμα, από τη Γουατεμάλα το 1954 ως τον Παναμά το 1989, περιλαμβάνει πάνω από δέκα ανάλογες επεμβάσεις, άλλες εντελώς άμεσες, όπως στη Χιλή το 1973, και άλλες έμμεσες, όπως στη Βραζιλία, την Ουρουγουάη ή την Αργεντινή. Ηταν όλες ενταγμένες στη λογική του Ψυχρού Πολέμου και είχαν ως κοινή δικαιολογία την αποτροπή του «κομμουνιστικού κινδύνου» και της σοβιετικής διείσδυσης.

Μα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου κι ύστερα, οι επεμβάσεις αυτού του τύπου εξέλιπαν. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής δόθηκε, για πρώτη φορά, το περιθώριο να εκλέγουν τις κυβερνήσεις τους, χωρίς αυτές να απειλούνται με βίαιη ανατροπή, αν κακοκαρδίσουν την Ουάσιγκτον ή οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται μαζί της. Αυτό το σύντομο δημοκρατικό διάλειμμα, που διήρκεσε ένα τέταρτο του αιώνα, φαίνεται ότι τώρα τελειώνει. Και αυτό είναι που δίνει μια ιστορική διάσταση και σημασία στην επέμβαση Τραμπ στη Βενεζουέλα.

Είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ επεμβαίνουν για να επιβάλουν «αλλαγή καθεστώτος» σε μια χώρα της ηπείρου, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και χωρίς τη δικαιολογία ή το πρόσχημα κάποιας σοβιετικής απειλής. Είναι η πρώτη φορά που δηλώνεται επισήμως από έναν αμερικανό πρόεδρο ότι η Ουάσιγκτον θα διοικεί, ως προτεκτοράτο, μια ανεξάρτητη χώρα, στην οποία επενέβη στρατιωτικά. Κι είναι η πρώτη φορά που ένας πρόεδρος δηλώνει ανοιχτά και δημόσια ότι η επέμβαση έχει ως στόχο την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας στην οποία επενέβη. Του πετρελαίου, στην περίπτωση της Βενεζουέλας.

Για όλους αυτούς τους λόγους είναι προφανές ότι αυτό που συνέβη στο Καράκας δεν είναι ακόμη μία, συνηθισμένη επέμβαση. Συνιστά μια ιστορική στροφή. Μια αλλαγή εποχής. Μια επιστροφή όχι στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου και των σκοπιμοτήτων του, αλλά στην προηγούμενη, την εποχή των κανονιοφόρων και των πολέμων της μπανάνας. Και αυτή η αλλαγή εποχής δεν αφορά μόνον την αμερικανική ήπειρο. Ρίχνει τη σκιά της στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Ανοίγει τον ασκό του Αιόλου.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι αυτή τη φορά, στόχος της αμερικανικής παρέμβασης δεν ήταν κάποια δημοκρατική κυβέρνηση, υπερβολικά δημοκρατική για τα αμερικανικά γούστα, όπως γινόταν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ηταν ένα βίαιο, αυταρχικό καθεστώς, με ανύπαρκτη δημοκρατική νομιμοποίηση και με βαριές κατηγορίες στην πλάτη του για νοθεία στις εκλογές, αυθαίρετη φίμωση της αντιπολίτευσης, παρανομίες και βασανιστήρια. Μα αυτό δεν αλλάζει σε τίποτε την ουσία, τη σημασία και τον χαρακτήρα της αμερικανικής επέμβασης – η οποία άλλωστε δεν επικαλέστηκε τη δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα ως δικαιολογία. Το πετρέλαιο επικαλέστηκε και τα ναρκωτικά. Και δεν μειώνει, επίσης, στο ελάχιστο τους κινδύνους για τον κόσμο, στους οποίους η επέμβαση αυτή ανοίγει την πόρτα.

Απέναντι σε μια τέτοιας σημασίας εξέλιξη, θα μπορούσε να καταλάβει κανείς τις σκοπιμότητες που θα εμπόδιζαν την κυβέρνηση μιας ευρωπαϊκής, δημοκρατικής χώρας, που εξαρτά σε μεγάλο βαθμό την ασφάλειά της από την αμερικανική αμυντική ομπρέλα, να αποτολμήσει μια δημόσια αποδοκιμασία μιας κίνησης τόσο ανοιχτά αντίθετης σε κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Μα είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς μια στάση απόλυτης, ανεπιφύλακτης επιδοκιμασίας, σαν αυτή που επέλεξε, ως πρώτη αντίδραση, η ελληνική κυβέρνηση. Κι είναι ακόμη πιο δύσκολο να καταλάβει τη σκοπιμότητα πίσω από τη δήλωση του Πρωθυπουργού, πως «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα» των αμερικανικών ενεργειών. Η Ελλάδα, ειδικά, δεν έχει το περιθώριο να εμφανίζεται πως αντιμετωπίζει τη διεθνή νομιμότητα – ή ό,τι έχει απομείνει από αυτήν – ως παρανυχίδα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.