Σε μία εποχή του 21ου αιώνα που μοιάζει με την εποχή της Αθήνας του 1828 που η επιδημία της πανώλης κατέστρεψε την κοινωνία, μία σύγχρονη επιδημία ο κοροναϊός φοβίζει την Ελλάδα και η τεχνολογικά προηγμένη μας εποχή παρακολουθεί τα τεκταινόμενα ανήμπορη να επέμβει αποτελεσματικά.

Όταν ο Καποδίστριας ήρθε αντιμέτωπος με μια επιδημία πανώλης ζήτησε από τους πολίτες να μπουν σε καραντίνα και έκλεισε τις εκκλησίες.

«Υποχρεούνται οι κάτοικοι να μένουν εις τα ίδια». Στο Άρθρο 285 του νομοθετήματος «περί υγειονομικών διατάξεων» που εξέδωσε ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Αύγουστο 1828, αποτυπώνεται με αυτή τη διατύπωση η πρώτη απόφαση περιορισμού κυκλοφορίας πολιτών λόγω επιδημίας στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Τότε έγινε για τον περιορισμό εξάπλωσης της πανώλης.

Δύο αιώνες μετά η σύγκριση με την επιδημία του κοροναϊού αναδεικνύει μια σειρά από ομοιότητες. Παρά την εξέλιξη της επιστήμης και τις προφανείς διαφορές σε ιατρικές δυνατότητες και τεχνικά μέσα, η γενική αρχή είναι σχεδόν ταυτόσημη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της εξάπλωσης.

Και τότε και τώρα, περιλαμβάνει καραντίνα, μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας, κλείσιμο εμπορίου και εκκλησιών, απομόνωση ασθενών, ιχνηλάτηση επαφών, επιτροπές ειδικών, μέσα απολύμανσης.

Μέτρα που προκαλούν διαχρονικά και κοινωνικές αντιδράσεις.

O Καποδίστριας ήταν ένας υπεύθυνος ηγέτης, που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Το άρθρο 285 του νόμου Καποδίστρια φέρνει στην Ελλάδα την έννοια της καραντίνας για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης επιδημίας.

Τέθηκε σε εφαρμογή το 1828 και με μια καραντίνα 50 ημερών ο Ιωάννης Καποδίστριας επέβαλε το κλείσιμο των εκκλησιών, των καφενείων, την ιχνηλάτηση, τις ζώνες και τα απαγορευτικά μέτρα.

Η πανώλη ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1828 από την Ύδρα και σύντομα επεκτάθηκε στα υπόλοιπα νησιά. Ο κυβερνήτης, έχοντας ιατρικές γνώσεις, αντιλήφθηκε αμέσως τον κίνδυνο και επέβαλε καραντίνα 50 ημερών στους κατοίκους, οι οποίοι αρχικά δέχθηκαν τα μέτρα ευχαριστώντας τον Καποδίστρια.

Η επιδημία όμως δεν υποχωρούσε. Ο Καποδίστριας σύντομα αναγκάστηκε να λάβει ακόμη πιο σκληρά μέτρα: παράταση της καραντίνας και «ζώνες» περιορισμού της νήσου με λέμβους που θα έλεγχαν τον αποκλεισμό της Υδρας. Τα μέτρα δεν είχαν αποτέλεσμα. Σύντομα η πανώλη μεταφέρθηκε σε Αργολίδα, Σπέτσες, Πόρο, Μέγαρα, Χαλκίδα και Καλάβρυτα, σημαίνοντας συναγερμό.

Τον ρόλο του ελέγχου και της επιβολής του νόμου ανέλαβε ο Βιάρος Καποδίστριας, αδελφός του κυβερνήτη, που ταξίδεψε στην Πελοπόννησο.

Ο Βιάρος αμέσως αυστηροποίησε την καραντίνα διορίζοντας επιστάτες επιφορτισμένους με το έργο να επισκέπτονται κάθε μέρα όλα τα σπίτια του νησιού ψάχνοντας για νέα κρούσματα. Αν συναντούσαν ασθενή, όφειλαν να τον περιορίσουν στο σπίτι του. Οι επιστάτες των λιμανιών όφειλαν να εμποδίζουν τον απόπλου όλων των πλοίων εκτός των αλιευτικών, ενώ καθόριζε μια νέα αγορά για προμήθειες με νέους αυστηρούς κανόνες υγιεινής.

Η οικονομία είχε καταστραφεί και σύντομα άρχισαν οι αντιδράσεις από τους εμπόρους κυρίως των νησιών, που κατηγορούσε την κυβέρνηση για περιορισμό των ελευθεριών και ζητούσε χαλάρωση των μέτρων. Ο Καποδίστριας δεν επέτρεπε καμία εμπορική δραστηριότητα αν δεν έμεναν χωρίς κρούσματα επιδημίας για τουλάχιστον 40 ημέρες συνεχόμενες.

Στις 19 Μαΐου 1828 ο Καποδίστριας επέκτεινε την καραντίνα των νησιών στα παράλια της Αττικής, στην Εύβοια και στον κόλπο του Βόλου. Όλα αυτά τα αυστηρά μέτρα σύντομα απέδωσαν καρπούς στην Ύδρα και η επιδημία εξαλείφθηκε πλήρως στο νησί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η επιδημία όμως είχε παρουσιάσει τα περισσότερα κρούσματα στον Πόρο και αυτό ανάγκασε τον Καποδίστρια να επιφορτίσει τον διάσημο Ελβετό γιατρό Λουί Αντρέ Γκοσέ, τον οποίο εξουσιοδότησε να κάνει όσα έκρινε εκείνος σωστά ώστε να αναχαιτίσει την πανώλη. Ο Γκοσέ επέβαλε έκτακτα μέτρα, διέταξε την έξοδο των αρρώστων από τα σπίτια και την τοποθέτηση τους κάτω από την σκιά φυλλωμάτων σε απόσταση έξι μέτρων του ενός από τον άλλο. Παράλληλα χρησιμοποίησε την ιατρική τεχνική της ”καυτηρίασης των οιδημάτων” που εμπόδισε την εξάπλωση της επιδημίας, όρισε λοιμοκαθαρτήρια, επέβαλλε την καύση των ρούχων των νεκρών, την ματαίωση των εκκλησιασμών, κλείσιμο των καφενείων κτλ.

Με αυταπάρνηση ο Ελβετός γιατρός –που κινδύνευσε και ο ίδιος– συνέβαλε αποφασιστικά στη μείωση των κρουσμάτων και η –τότε– Ελλάδα πέτυχε να εξαλείψει την επιδημία, που είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Η χαλάρωση όμως των μέτρων έφερε δεύτερο κύμα τον Οκτώβριο, καθώς δεν τηρούνταν τα μέτρα υγιεινής. Η πιο σοβαρή αμέλεια των κατοίκων, όπως αναφέρει η huffingtonpost, ήταν ότι δεν τηρούσαν τους αυστηρούς κανόνες υγιεινής καθώς και την ειδική διαδικασία καθαρισμού των ρούχων τους. Η επιδημία μεταδόθηκε από το Διακοφτό και στο χωριό Βραχνί που είχε 700 κατοίκους πέθαναν 53 άτομα, ενώ στα Καλάβρυτα που είχαν 1000 κατοίκους πέθαναν 15.

Τα Καλάβρυτα, ως επίκεντρο της επιδημίας, μπαίνουν σε καραντίνα, με στρατιωτικά σώματα να ελέγχουν την τήρηση των μέτρων. Ο Γάλλος συνταγματάρχης Σνάιντερ κατέβαλλε 1000 φράγκα ώστε να προμηθεύσει με νέα ρούχα τους κατοίκους της περιοχής. Χάρις τις συντονισμένες προσπάθειες όλων των αξιωματούχων της κυβέρνησης στην περιοχή, η επιδημία δεν διαδόθηκε στην υπόλοιπη Πελοπόννησο αλλά καταπολεμήθηκε και στις περιοχές που είχε κάνει την επανεμφάνισή της.

Ο κοροναϊός το 2020

Τι μπορούμε να πούμε για τις ημέρες μας;

Καραντίνα, lockdown, απομόνωση επαφών, επιτροπές ειδικών, ανοσία αγέλης, κλείσιμο εκκλησιών και καταστημάτων είναι γνωστές λέξεις και σε εμας.

«Επιβεβαιώθηκε η πρώτη περίπτωση της νόσου στην Ελλάδα. Πρόκειται για Ελληνίδα 38 ετών, ταξιδιώτισσα από πληττόμενη περιοχή της βόρειας Ιταλίας».

Με την συγκεκριμένη φράση ο καθηγητής λοιμωξιολογίας και επικεφαλής της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, Σωτήρης Τσιόδρας ανακοινώνει την έλευση του κοροναϊού στην Ελλάδα, στις 26 Φεβρουαρίου 2020.

Πάνω από ένα χρόνο τώρα η χώρα μας έχει καταγράψει περίπου 237.000 κρούσματα και 7.462 θανάτους με τα εμβόλια να αποτελούν τη μόνη ελπίδα.

Αν και διδαχτήκαμε πολλά από τον τρόπο που εξαπλώνεται η επιδημία, η κατάσταση σήμερα δείχνει ιδιαίτερα ανησυχητική, με τις ελπίδες να εναπόκεινται στα εμβόλια, ώστε να καταφέρουμε να χτιστεί ένα τοίχος ανοσίας.

Ως βασική «θεραπεία» για την αναχαίτιση της επέλασης της επιδημίας είναι η επιβολή «απαγορευτικών»  δηλαδή η λήψη μέτρων τα οποία περιορίζουν  την κινητικότητα του πληθυσμού και άρα τη μεταδοτικότητα του κοροναϊού.

Τα γνωστά lockdown.

Είναι γεγονός ότι κατά την πρώτη φάση της επιδημίας ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένο το αποτέλεσμα του lockdown.

Θωρήθηκε μάλιστα ότι ίσως ήταν υπερβολική αυτή η απαγόρευση και δεν θα ήταν αναγκαίο να επαναληφθεί.

Όμως από τις αρχές του Φθινοπώρου και μετά, διαπιστώθηκε αδυναμία κατανόησης της αναζωπύρωσης της επιδημίας από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα και η Ελλάδα να εισέλθει στη δίνη ενός επιθετικού κύματος.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από