«Η  πρεμιέρα της τελευταίας ταινίας του Κώστα Γαβρά "Adults in the Room", βασισμένη στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη που εξιστορεί το χρονικό της διαπραγμάτευσης του 2015, αποτέλεσε ένα γεγονός που αναμενόμενα ερέθισε το θυμικό της μερίδας των συμπολιτών μας που τω καιρώ εκείνω έκλεινε μαζικά ραντεβού στα τατουατζίδικα για να χτυπήσει σε εμφανή σημεία τις περήφανες ρήσεις "Γερούν Γερά" και "Βάστα Σόιμπλε"».

Τάδε έφη ΜέΡΑ25 παίρνοντας μέρος στην κόντρα που έχει ξεκινήσει μετά την πρώτη προβολή του φιλμ στο Φεστιβάλ Βενετίας. Αν έχουν μια αξία όσα λέει το κόμμα Βαρουφάκη, αυτή δεν είναι πως αποδεικνύουν την αυταρέσκεια του ανηλίκου που χαρακτηρίζει αρχηγό και στελέχη. Είναι πως αναδεικνύουν ένα γεγονός: το πολιτικό σινεμά προκαλεί αναπόφευκτα πολιτικά σχόλια, αφού μια ταινία του είδους είναι εξ ορισμού ένα πολιτικό σχόλιο.

Στην αντιπαράθεση που εξελίσσεται όλη την εβδομάδα σε παραδοσιακά και σόσιαλ μίντια, οι μεν ζητούν να κριθεί το φιλμ καλλιτεχνικά και μόνο, απορρίπτοντας περίπου ως φθηνή οποιαδήποτε άλλη κριτική - ή σαν ύβρη απέναντι στον σκηνοθέτη. Οι δε επισημαίνουν πως από μόνη της η απόφαση να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη ένα πόνημα του Βαρουφάκη για τα Εurogroup επιτρέπει επικρίσεις πολιτικού χαρακτήρα, όχι απλά κρίσεις για την ποιότητα της φωτογραφίας, τους συμβολισμούς των κοντινών πλάνων ή το πόσο καλά καθοδήγησε ο Γαβράς το Χρήστο Λούλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η ταινία θα κριθεί ως προς το καλλιτεχνικό της αποτέλεσμα όταν βγει στις ελληνικές αίθουσες. Ωστόσο, όντως μοιάζει μάλλον αδύνατο να μη συζητηθεί πολιτικά, αφού ο Γαβράς επέλεξε να τη γυρίσει βασιζόμενος αποκλειστικά στο υλικό του πρώην υπουργού Οικονομικών. Διάλεξε, δηλαδή, να αποτυπώσει όσα συνέβησαν το ελληνικό annus horribilis υποκειμενικά - υιοθετώντας την αλήθεια του Γιάνη.  Αρα, δεν θα πρέπει να είναι τόσο ο ίδιος όσο και οι θαυμαστές του ανοιχτοί στην πολιτική κριτική;

Αριστερή αποδοχή

Ο σκηνοθέτης φαίνεται πιο άνετος από τους αριστερούς υποστηρικτές του. Εχει, π.χ., πει πως γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο κάνει ταινίες: για να βλέπει παθιασμένες αντιδράσεις από το κοινό. Κι έχει σπεύσει να εξηγήσει, στην ίδια συνέντευξη στην «Καθημερινή», ότι εξαρχής είχε ενημερώσει τον ήρωα του για τον σκοπό του, που δεν ήταν να φτιάξει «ένα ιστορικό φιλμ, αλλά ένα σόου, μια ταινία που θα δημιουργεί συναισθήματα στον θεατή». Αυτός ο στόχος, παρεμπιπτόντως, έχει επιτευχθεί ήδη από το τρέιλερ.

Το επιχείρημα περί σόου ίσως υποβαθμίζει κάπως τη στιβαρότητα του γαβρικού σχολιασμού της ελληνικής κι ευρωπαϊκής πραγματικότητας του 2015. Σχολιασμού που εμμέσως εκείνος παραδέχεται, μιας και δηλώνει πως αφηγείται «με ακρίβεια όσα έγιναν, δεν είναι φαντασία».

Οπως, όμως, έχει διαπιστώσει ένας άλλος γάλλος σκηνοθέτης, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ, «μερικές φορές η πραγματικότητα είναι υπερβολικά περίπλοκη. Οι ιστορίες που λέμε της δίνουν κάποιο σχήμα». Η πραγματικότητα της σχέσης της Ελλάδας με τους δανειστές της εκείνη την περίοδο, το πρώτο εξάμηνο της υπερήφανης διαπραγμάτευσης, οφείλει να αναγνωρίσει κάποιος ήταν πολύ πιο περίπλοκη από το αριστερό σχήμα που φιλοτέχνησε ο Γαβράς, εκείνο του επαναστάτη Βαρουφάκη που τα έβαλε με το κατεστημένο της ΕΕ. Το πόσο σύνθετη ήταν, άλλωστε, το έχει αποδεχθεί μέχρι κι ο άνθρωπος που έχρισε τον Γιάνη διαπραγματευτή, ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με τις μετέπειτα κινήσεις του - με εμβληματικότερη όλων το «όχι» του δημοψηφίσματος που μετέτρεψε σε «ναι».

Ελληνικό σινεμά

Η πολιτική, λένε κάποιοι, είναι η τέχνη του δυνατού, ο κινηματογράφος είναι η τέχνη του αδύνατου. Φαντάζει, λοιπόν, δύσκολο εγχείρημα να δέσουν αρμονικά η πρώτη με τον δεύτερο. Παρ' όλα αυτά, το εν λόγω είδος ταινιών κατέχει σημαντική θέση στο ελληνικό σινεμά. Από τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου μέχρι τα «Πέτρινα Χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη - ή την πιο πρόσφατη «Ψυχή Βαθιά», που ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε από τους κριτικούς πως φίλμαρε τον Εμφύλιο με απολιτίκ προσέγγιση, αλλά κέρδισε το κοινό. Ή την πρώτη «Λούφα και παραλλαγή», στην οποία ο Νίκος Περάκης είχε επιλέξει να σχολιάσει τη δικτατορία μέσω της σάτιρας - φωτίζοντας και τη γελοία πλευρά των ανθρώπων που ενσάρκωσαν ένα απεχθές καθεστώς ή τον φόβο των άλλων που η μετέπειτα ανάγνωση παρουσίαζε μόνο ηρωικά. Και φυσικά το «Ζ».

Οι δημιουργοί πολιτικών ταινιών συνήθως αποπειρώνται μια θετική αποτίμηση της αριστερής εκδοχής οποιασδήποτε ιστορίας - στην περίπτωση του Χόλιγουντ, θα την αποκαλούσαμε λίμπεραλ αντί για αριστερή. Τόσο θετικής, που ενέχει τον κίνδυνο κάποιες φορές να αγγίξει τα όρια της απλοϊκότητας. Απλοϊκότητας επειδή δουλεύουν περισσότερο με δίπολα σαν το «κακοί τεχνοκράτες - καλοί αριστεροί» προκειμένου να «πετύχουν» το δράμα. Η πολιτική, ωστόσο, δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Εχει συχνά γκρίζες αποχρώσεις όπως σημειώνουν αυτοί που τη γνωρίζουν από μέσα, όσοι δηλαδή  ασχολούνται επαγγελματικά με αυτήν.

Οι ασπρόμαυρες ζώνες διακρίνονται, βέβαια, καλύτερα από την απόσταση που προσφέρει ο χρόνος. Ο Γαβράς αποφάσισε να τοποθετήσει στο κινηματογραφικό βάθρο έναν πολιτικό που υπήρξε κεντρικός παίκτης πριν από μόλις τέσσερα χρόνια. Αγνοώντας ότι το 86% του Φεβρουαρίου του 2015 που επικροτούσε τη βαρουφακική διαπραγματευτική μέθοδο έχει δώσει πια τη θέση του σε ένα 72,39% μιας προχθεσινής δημοσκόπησης που έχει αρνητική και μάλλον αρνητική άποψη για τον Γιάνη. Επομένως, η κριτική στον σκηνοθέτη είναι βαθιά πολιτική, δεν είναι απλά δολοφονία του κεντρικού του χαρακτήρα. Πώς να δολοφονήσεις, εξάλλου, κάποιον που έχει πνιγεί μέσα στο ναρκισσισμό του;