«Ποτέ δεν κοιτάζουμε, Ελενίτσα, να μάθουμε τον ρόλο απέξω και να τον λέμε. Οχι. Κοιτάζουμε τι λέει ο άλλος. Είδες που μερικές φορές αλλάζω το κείμενο και λέω κάτι άλλο; Εχω την εικόνα μπροστά μου, αφηγούμαι κάτι εκείνη τη στιγμή και ο κόσμος το καταλαβαίνει» λέει ο Γιάννης Βογιατζής στην Ελένη Μπούκλη. Είναι μια συζήτηση –από τις πολλές που έχουν κάνει –ανάμεσα στον παλαιότερο τη τάξει και στην πιο νέα ηθοποιό που βρέθηκαν φέτος μαζί στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού. Ο βετεράνος του Εθνικού Θεάτρου έγινε τον Ιούνιο 89 ετών και η φέρελπις ηθοποιός θα γιορτάσει σε λίγους μήνες τα 25α της γενέθλια.
«Δεν θυμάμαι πότε είδα την πρώτη παράσταση στην Επίδαυρο, αλλά ξέρω πολύ καλά την εντύπωση που μου προκάλεσε η πρώτη μου επαφή με αυτό το κέντρο της γης, αυτό το θέατρο απανταχού τέχνης θεατρικής και θεάτρων» λέει ο Βογιατζής. «Το ξέρουμε αλλά πρέπει να το επισημαίνουμε ότι η Επίδαυρος είναι το κέντρον του θεάτρου ολόκληρης της ανθρωπότητας. Προκαλεί δέος και το μέγεθος, και το ίδιο το θέατρο, καθώς και η εποχή που χτίστηκε αλλά και η ανάμνηση να σκέφτεσαι ότι τότε υπήρχε τέτοιος πολιτισμός που γέμιζε θέατρα 15.000 ανθρώπων. Με δεδομένο ότι ο Ελληνισμός τότε ήταν 300.000. Είναι απίστευτο. Ηταν γεμάτα τα θέατρα, δεν το σκέφτεται κανένας ποτέ αυτό. Πριν μπω στην Επίδαυρο σηκώνονται οι τρίχες μου. Με καταλαμβάνει δέος πάντοτε όταν είμαι στη σκηνή, στο κορυφαίο θέατρο της ανθρωπότητας».
Η πρώτη φορά στην Επίδαυρο
Για τον Γιάννη Βογιατζή η πρώτη φορά που έπαιξε στην Επίδαυρο ήταν το 2011 με τον «Ηρακλή μαινόμενο» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία και πάλι Μιχαήλ Μαρμαρινού. Στη συνέχεια ήρθε η «Γκόλφω» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου (2013). «Πάντοτε προκαλεί δέος και αναμιμνήσκομαι του πολιτισμού τον οποίον είχαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι και τα κείμενα που έχουν γράψει, τα οποία είναι αναλλοίωτα και διδάσκουν πράγματα και για τη σημερινή εποχή. Δεν έχουν αλλάξει πολλά. Από εδώ βγαίνει και εξάγεται ο πολιτισμός».
Για την Ελένη Μπούκλη η πρώτη φορά που βρέθηκε στο αργολικό θέατρο ήταν πριν από τρία χρόνια με τις «Τραχίνιες» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. «Το 2013 ήταν και η πρώτη φορά που είδα παράσταση στην Επίδαυρο. Δεν θυμάμαι ποια ήταν αλλά επειδή θα έπαιζα εκείνη τη χρονιά πήγα για να δω τον χώρο και την ακουστική του. Σκέφτηκα ότι πριν πατήσω στη σκηνή της Επιδαύρου καλύτερα να είμαι λίγο πιο πίσω ως θεατής. Θυμάμαι ότι ένιωσα σαν όλη η παράσταση να διήρκεσε μόλις ένα λεπτό. Θυμάμαι ότι δεν ήξερα προς τα πού να κοιτάξω. Δεν χόρταινα δηλαδή, ήθελα να προλάβω να δω τον κόσμο, όλη τη διαδικασία και τους ηθοποιούς».
Ο Γιάννης Βογιατζής όσο μιλά για την Επίδαυρο επαναλαμβάνει τη λέξη δέος και τη φράση «κάθε φορά που βρίσκομαι στην Επίδαυρο μου σηκώνεται η τρίχα» και βρίσκει συμπάσχουσα και τη νεαρή ηθοποιό.
«Το θέατρο είναι μια συνεχής προσφορά» συνεχίζει ο Βογιατζής. «Από τα νέα παιδιά μαθαίνεις κι εμείς οι παλαιότεροι, ίσως και οι παλαιότατοι, έχουμε κάτι να πάρουμε, γιατί πάντοτε χρειάζεται η νέα ματιά στην τέχνη. Η τέχνη δεν είναι μόνο μία, συνεχώς εξελίσσεται και τελειοποιείται, και ο ηθοποιός που είναι το όργανο αυτής της τέχνης πρέπει συνεχώς να έχει τον εαυτό του σε μια –όπως το λέω εγώ –διά βίου μάθηση. Δεν μαθαίνεται ποτέ το θέατρο και δεν τελειώνει ποτέ. Δεν είναι “έμαθα τον ρόλο, είμαι εντάξει”, αλλά αφού μάθεις τον ρόλο, μετά ξεκινάς να τον ερευνάς. Και πρέπει να ακούς τι σου λέει ο άλλος, αλλιώς κάνεις έναν μονόλογο όπως κάνουν οι πολιτικοί. Και αυτή είναι η παθογένεια της ελληνικής πολιτικής τάξης».
«Αν μου έχει μείνει κάτι από τη φετινή παράσταση», ομολογεί η Ελένη Μπούκλη, «είναι κάτι που λέει ο κ. Βογιατζής, ότι “είμαστε όλοι συγγενείς” και αυτό κάθε φορά με συγκινεί. Είναι σαν να έχω την ευλογία να έχω τον παππού μου και να παίζουμε παρέα, να ακούω ιστορίες και παραμύθια. Επίσης, κάτι πολύ όμορφο που είχαμε πει κάποια στιγμή στην πρόβα. Στην αρχαιότητα οι γυναίκες που δεν είχαν παιδί υιοθετούσαν έναν ηλικιωμένο άνδρα. Και αυτό το λέω με πολλή αγάπη. Λέμε τους “ξεμωραμένους άνδρες”. Πρόκειται λοιπόν για τους γέρους που έχουν γίνει και πάλι παιδιά».
Η συνάντησή μας κλείνει με μια ευχή του Γιάννη Βογιατζή σε κάθε νέο ηθοποιό: «Να υπακούει πάντοτε τον σκηνοθέτη του, μέχρι λαχτάρας, ό,τι και να λέει. Να μην έχει αντίρρηση να δώσει όλη του την ψυχή, γιατί έτσι θα εξιλεώνεται μέσα του και θα αξιοποιεί τον εαυτό του και τα συναισθήματά του. Αν έχει μέσα του την άρνηση, ποτέ δεν θα έχει την κατάφαση και την επιβράβευση από το κοινό».