Εξαιρετικός στο να διχάζει και ξέροντας ότι δεν είναι δυνατόν να σε αγαπάνε όλοι, συνάθροιζε στους θαυμαστές – οπαδούς του και αυτούς που αγαπούν να τον μισούν. Και έτσι όλοι ασχολούνταν μαζί του. Τώρα, για πρώτη φορά, πέτυχε τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση.
Εναντίον του. Εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ως επικοινωνιακό πατατράκ. Από αφηρημάδα, φανατισμό, καλπάζοντα λαϊκισμό ή την εγωκεντρική αίσθηση που αναπτύσσουν όσοι αυτοτοποθετούνται σε ένα φαντασιακό απυρόβλητο; Και τελικά «του ξέφυγε;» ή «ξέφυγε;». Είναι, δηλαδή, κάτι που είπε εν τη ρύμη του λόγου χωρίς να το εννοεί ή συνειδητή άποψη και απλώς ξεπέρασε το ταμπού της διατύπωσης;
Τόσο η εισαγωγή της φράσης, όμως, όσο και η εννοιολογική ερμηνεία της δείχνουν συνειδητή σκέψη και προμελέτη και δεν αφήνουν περιθώρια ώστε μην την εκλάβει κάποιος ως ρατσιστικό σχόλιο για τα άτομα με κινητικά προβλήματα. Ακόμη και οι ελάχιστοι διαδικτυακοί υποστηρικτές του δεν αποπειράθηκαν να τον αθωώσουν, αλλά περιορίστηκαν στο να επικρίνουν τους επικριτές του με σχόλια του τύπου: «Μιλάτε για τον Λαζόπουλο εσείς που παρκάρετε τα αυτοκίνητά σας στις θέσεις των ΑμεΑ;».
Κάτι που δεν θυμάμαι να έχει ξανασυμβεί σε δημόσιο λόγο. Μάλλον αυτό προκάλεσε και την εμπλοκή του υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Παναγιώτη Κουρουμπλή, που έχει επίσης διατελέσει πρόεδρος της ίδιας συνομοσπονδίας. «Διαφωνώ σε πολλά πράγματα πολιτικά και ιδεολογικά με τον Σόιμπλε, αλλά δεν του χαρίστηκε κανείς.
Το ότι βρέθηκε σε μια δύσκολη στιγμή με το ατύχημα που έπαθε, αλλά δεν ιδιώτευσε, δεν κλείστηκε στον εαυτό του και έγινε μια προσωπικότητα που δεσπόζει στην Ευρώπη είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας και πείσματος. Δεν του χαρίστηκε κανείς» ήταν η δήλωσή του.
Σχέση βέβαια που επισήμως έχει καταγραφεί σε δύο μόνο περιπτώσεις. Στην παρουσία του στο πάρτι προς τιμήν του Ολάντ τον περασμένο Οκτώβριο στο Gazarte και στο μίνι Υπουργικό Συμβούλιο που έγινε, παρόντος και του Πρωθυπουργού, τον Δεκέμβριο στην επίσημη πρεμιέρα της παράστασής του «Θεέ μου, τι σου κάναμε;». Βέβαια, στις διπλές εκλογές του Μαΐου του 2014 το όνομά του είχε παίξει ως υποψήφιου δημάρχου της Αθήνας και ευρωβουλευτή.
Για την πρώτη περίπτωση, λέγεται ότι τα γκάλοπ της Κουμουνδούρου κατέγραψαν χαμηλότερα από τα αναμενόμενα ποσοστά. Και για τη δεύτερη, ότι ελήφθη κοινή απόφαση από τον Τσίπρα και τον Λαζόπουλο να μην περιοριστεί στον ρόλο του ευρωβουλευτή. «Σε έχω για κάτι καλύτερο» λέγεται ότι, περίπου, του είπε ο σημερινός Πρωθυπουργός. Κάποιοι μάλιστα ερμήνευσαν αυτά τα λόγια ως υπουργοποίησή του στη μελλοντική –τότε –κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Λάθος!
Η δημοφιλία ενός καλλιτέχνη μπορεί να του ανοίγει διάπλατα την πόρτα της πολιτικής, η επιδραστικότητα όμως που συνεπάγεται η φήμη του περιορίζεται άμα τη εκλογή του. Ως ελεύθερος σκοπευτής χαίρει μεγαλύτερης αποδοχής και αξιοπιστίας απ’ όση ως εντεταλμένος πολιτικός.
Ετσι, ο νέος του πολιτικός «έρωτας» είναι σφοδρός και εμφανής αλλά αχαρτογράφητος. Και η δουλίτσα γίνεται. Παντοιοτρόπως και σε ανύποπτο χρόνο. Για παράδειγμα, στην πρώτη του εκπομπή μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου το μόνο κυβερνητικό στέλεχος που σατίρισε ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Με μαύρη περούκα, φραουλί παντελόνι και αχλαδί μαντό.
Ετσι, έμεινε εγκλωβισμένος σε έναν ιδεοληπτικό αντιευρωπαϊσμό, μια συμπλεγματική συνωμοσιολογία που εκφράζεται με εμπαθή λόγο ανάμεσα σε χιλιοειπωμένα αστεία για γριές που πέρδονται. Το κοινό του δεν ανήκει πλέον στην, έστω και φλου, Αριστερά αλλά σε μια απολιτίκ μάζα με τάσεις ολοκληρωτισμού. Οσο για τη θεαματικότητα που ο μέσος όρος της ήταν 40,2%, ενώ σε κάποια τέταρτα ξεπέρασε το 46%, δεν είναι πάντα ένδειξη αποδοχής. Καταγράφει και νοσηρή περιέργεια ή τηλεοπτική συνήθεια.







