Οι καιροί αλλάζουν. Μαζί τους αλλάζουν και οι άνθρωποι. Για παράδειγμα, ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πριν από περίπου μισό αιώνα ότι ο δεκατετράχρονος Δημήτρης Χριστόφιας, που τότε αποκτούσε την πρώτη επαφή του με το κομμουνιστικό κίνημα και λίγα χρόνια αργότερα θα αποφοιτούσε από το Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστημών της Σοβιετικής Ενωσης, το 2012 θα ήταν όχι μόνο Πρόεδρος της Κύπρου αλλά και πρόεδρος ενός εκ των σημαντικότερων πυλώνων του παγκόσμιου καπιταλισμού;
Ο Δημήτρης Χριστόφιας που όταν ερωτάται αν εξακολουθεί να αισθάνεται κομμουνιστής απαντά καταφατικά, σε αυτή τη φάση της ζωής του έχει θέσει στόχο να μην επιτρέψει την αύξηση της φορολόγησης των εταιρειών στην Κύπρο, που σήμερα είναι της τάξης του 10%.
Για ένα σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, όλα αυτά φαίνονται μάλλον ακατανόητα. Για τους Ανατολικοευρωπαίους, επί παραδείγματι, το να δηλώνει κομμουνιστής ο πρόεδρος της ΕΕ ακούγεται περισσότερο ως απειλή, ενώ για τους Αγγλοσάξονες είναι ακόμη μία ένδειξη της επερχόμενης διάλυσης της ενωμένης Ευρώπης.
Για τους Κύπριους, πάλι, όλα αυτά φαίνονται απολύτως λογικά. Το ΑΚΕΛ είναι εδώ και δεκαετίες σαρξ εκ της σαρκός τους και η φιλολογία περί κομμουνιστικού κινδύνου ελάχιστα τους αφορά. Πόσω μάλλον όταν η Κύπρος βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης, εν πολλοίς εισαγόμενης από τη μητέρα Ελλάδα.
Μια οικονομική κρίση η ένταση της οποίας δεν έχει εκτιμηθεί ακόμη και την οποία μελετά η δική τους τρόικα, που αυτή την εβδομάδα έκανε την παρθενική της εμφάνιση στη Λευκωσία.
Οποιο και αν είναι ωστόσο το ποσό που θα απαιτηθεί για να καλύψει η κυπριακή οικονομία τα φέσια του ελληνικού PSI (δηλαδή της συμμετοχής των ιδιωτών ομολογιούχων στο κόστος διάσωσης της ελληνικής οικονομίας), βέβαιο είναι ότι η Κύπρος δεν θέλει να δανειστεί μόνο από την Ευρώπη. Εχει καταστήσει σαφές ότι έχει απευθυνθεί στη Μόσχα για τη σύναψη πρόσθετου δανείου (της τάξης των 5 δισ. ευρώ) και όπως χαρακτηριστικά είπε προχθές ο Δ. Χριστόφιας σε ομάδα δημοσιογράφων εκ Βρυξελλών, «περιμένουμε πάνω από το τηλέφωνο».
Από πλευράς Βρυξελλών, έστω και διακριτικά, εκφράζεται κάποια ενόχληση για τους αλληθωρισμούς της Κύπρου και προβάλλεται το επιχείρημα ότι «άλλη είναι η σχέση της Κύπρου με το ευρώ και άλλη με το ρούβλι». Οι ευρωπαίοι ιθύνοντες πιστεύουν πως οι χώρες του ευρώ οφείλουν να ασκούν συνεκτικές πολιτικές και θεωρούν ότι ενόψει της ολοκλήρωσης της οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη, τα μέλη της οφείλουν να εναρμονίσουν τις οικονομικές πολιτικές τους, αρχίζοντας από τις φορολογικές.
Κάτι που για τους Κύπριους είναι εκτός συζήτησης αφού, όπως εκτιμούν, σε περίπτωση που αποχωρήσουν οι offshore εταιρείες από την Κύπρο το οικονομικό και κατ’ επέκταση το κοινωνικό άχθος θα είναι δυσβάστακτο.
Από την άλλη, η τρόικα και πρωτίστως οι Βρυξέλλες, είναι βέβαιο πως θα θέσουν το ζήτημα μετ’ επιτάσεως. Το έθεσαν ήδη στην περίπτωση της Ιρλανδίας, χωρίς να πετύχουν σημαντικά πράγματα, και όλα δείχνουν πως θα το επαναφέρουν.
Το έμψυχο δυναμικό
Για να αντεπεξέλθει στα σημεία των καιρών η Κύπρος προετοιμάστηκε εγκαίρως και επιστράτευσε το καλύτερο έμψυχο δυναμικό της. Ο πρέσβης Ανδρέας Μαυρογιάννης, τέως επικεφαλής της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Κύπρου στην ΕΕ, ορίστηκε τον περασμένο Νοέμβριο υφυπουργός Εξωτερικών υπεύθυνος για την Προεδρία, αρμοδιότητα που θα διατηρήσει έως τον επόμενο Ιανουάριο. Στη θέση του μετατέθηκε ο Κορνήλιος Κορνηλίου, ένα από τα λαμπερά μυαλά της κυπριακής διπλωματίας, ο οποίος μαζί με τον επίσης ικανότατο Νίκο Χριστοδουλίδη (που έφυγε από την Αθήνα) και την έμπειρη πλέον στις Βρυξέλλες Μαριάννα Καραγιώργη επί της ουσίας αποτελούν το βαρύ πυροβολικό της Κύπρου εκτός Λευκωσίας