«Στα Βαλκάνια η συγκίνηση δεν εκφράζει μόνο τη χαρά ή μόνο τη λύπη, αυτά τα δύο είναι ανάμεικτα» σημειώνει ο Εμίρ Κουστουρίτσα. «Γι’ αυτό στη δραματική μας τέχνη δεν υπάρχει διαχωρισμός των ειδών. Οι άνθρωποι αυτού του τόπου έμαθαν ότι τα μεγάλα πράγματα φέρνουν και μεγάλες σκοτούρες, πράγμα που εξηγεί γιατί συχνά προτιμούν να τα αποφεύγουν. Ο,τι είναι μεγάλο θολώνει την όραση και αποσταθεροποιεί. Το πνεύμα της συνέπειας δεν είναι βαλκανική αρετή, οι αξίες και τα μοντέλα της συμπεριφοράς μας είναι εισαγόμενα από αλλού. Από τη Δύση και την Ανατολή. Και όταν έρχονται αναπάντεχες αλλαγές, δεν μας προειδοποιούν, έτσι ώστε περνάμε για ηλίθιοι ή για γουρούνια. Από τη μια μέρα στην άλλη, εγκαταλείπουμε τα παλιά ιδανικά μας στο όνομα νέων και υψηλότερων ιδανικών».
Τον έχουν αποκαλέσει «καταραμένο βαλκάνιο» και «παγανιστή Σλάβο». Είναι Βόσνιος που έγινε Σέρβος, μουσουλμάνος που έγινε ορθόδοξος χριστιανός, ένας επαναστατημένος έφηβος που έγινε ήδη παππούς. Φύση παιχνιδιάρικη, τρυφερός και βίαιος, αρκετές φορές αγενής, σκηνοθέτης πολυβραβευμένος, ηθοποιός, κιθαρίστας, «γιος του πατέρα του Διονύσου» όπως αυτοχαρακτηρίζεται, ο Κουστουρίτσα έγινε προσφάτως και συγγραφέας. Ποιος όμως είναι ο ιδανικός τίτλος για ένα βιβλίο με την υπογραφή του;
Τι φοβάται περισσότερο και τι είναι αυτό που απειλεί να ανατρέψει τη θυελλώδη ανά τον κόσμο πορεία του μικρού Εμίρ απ’ το πολυεθνικό Σεράγεβο των τριών εθνοτήτων και των τεσσάρων θρησκειών; Τον θάνατο ή τη λήθη; Και με τον θάνατο μεν μπορεί να ξεμπέρδεψε χάρη στον εμπνευσμένο Μουράτ (τον πατέρα του) που του χάρισε το καθησυχαστικό μότο: «Γιε μου, ο θάνατος είναι μια φήμη μη εξακριβωμένη». Με τη λήθη όμως; Οταν η ιστορία δεν έχει ακόμη γραφεί, η μυθιστορία γίνεται το άλλοθι για την προσέγγιση στα γεγονότα και τις επιπτώσεις τους. Ιστορικό χρονογράφημα, μυθιστορία, συλλογή διηγημάτων (17 κεφάλαια που θα μπορούσαν να σταθούν και ως αυτόνομα διηγήματα), αυτοβιογραφική εξιστόρηση, σκηνοθεσία λέξεων; Οπως και νά ‘χει, η πολιτικά, προσωπικά, ιδεολογικά πολυκύμαντη μέχρι σήμερα ζωή του αμφιλεγόμενου και δημιουργικά πληθωρικού καλλιτέχνη και του πολυδιασπασμένου τόπου του, που «ήταν κάποτε μια χώρα», καταγράφονται στις 410 σελίδες και 150.000 λέξεις του πρώτου του λογοτεχνικού εγχειρήματος με τον διττό τίτλο. Ο «Θάνατος είναι μια φήμη μη εξακριβωμένη» («Smrt je neprovjerena glasina») είναι ο τίτλος με τον οποίο το βιβλίο του κυκλοφόρησε στη Σερβία στα τέλη του 2010. Ενας τίτλος πιο οικείος στη σλαβική ψυχή. Ακολούθησε πέρσι η γαλλική του μετάφραση με τον πιο ευρωπαικής λογικής τίτλο «Ou suis je dans cette histoire?». Στα ελληνικά κυκλοφόρησε μόλις από τις Εκδόσεις Πατάκη με τον γαλλικό τίτλο «Κι εγώ πού είμαι σ’ αυτή την ιστορία;» και ο συγγραφέας του έρχεται στη Θεσσαλονίκη για να μας δώσει εξηγήσεις.
Οι διανοούμενοι με τα ζαρωμένα φρύδια
Ο Τίτο πέθανε, ο Μιλόσεβιτς πέθανε, ο Μπλάντιτς δικάζεται, ο Μπρέγκοβιτς έπαψε να είναι συνεργάτης του και η αυτοβιογραφία του Εμίρ-Νεμάνια Κουστουρίτσα ολοκληρώθηκε έπειτα από δεκαπέντε χρόνια συγγραφής της. Bίαιη, τρυφερή, παθιασμένη, γεμάτη «βαλκανική πυρίτιδα» η ιστορία του ίσως να μην έχει λογοτεχνικές αξιώσεις έχει όμως σίγουρα αξιώσεις πολιτικές και αξιώσεις σύγχρονης ιστορικής μαρτυρίας
«Ο άνθρωπος είναι επιρρεπής στη λήθη και η άσκηση της λήθης στο πέρασμα του χρόνου έγινε μια θεμελιώδης τέχνη του ανθρώπινου είδους», γράφει o Κουστουρίτσα στην εισαγωγή του πρώτου του μυθιστορηματικού εγχειρήματος. Διότι «οι άνθρωποι θυμούνται και διηγούνται μόνον αυτό που μπορούν να κατανοήσουν και να μετατρέψουν σε μύθο…». Ετσι εισάγει τους αναγνώστες του στο μεγάλο μυθιστόρημά του – επιτομή της γιουγκοσλαβικής ιστορίας των 400 και πλέον τελευταίων χρόνων – ο γεννημένος Κροάτης, αλλά Σέρβος από επιλογή νομπελίστας Ιβο Αντριτς («Το γεφύρι του Δρίνου»).
Οχι, ο Κουστουρίτσα δεν αντιγράφει το «λογοτεχνικό και φιλοσοφικό είδωλό» του, τον Αντριτς. Εκείνος κεντάει λογοτεχνικά 400 χρόνια της μυθολογίας ενός λαού. Ο Κουστουρίτσα, από την πλευρά του, επιχειρεί με μέσο τον καταιγισμό ικανά σκηνοθετημένων λέξεων να λύσει τα προσωπικά του θέματα με τη γεωπολιτική του τόπου του. Κάτι σαν πολιτική αυτοψυχανάλυση.
«Ο Αντριτς είναι ο ήρωάς μου», γράφει ο Κουστουρίτσα. «Κανένας ποτέ δεν γνώρισε καλύτερα τους ανθρώπους αυτών των περιοχών και ούτε έφτασε με την οξυδέρκειά του στην απομυθοποίηση του Βαλκάνιου. Ηταν ο μόνος που κατάλαβε όλη την πολυπλοκότητα αυτής της τραγικής τριάδας – του Ισλάμ, του Καθολικισμού και της Ορθοδοξίας -, των οποίων οι αγάπες, έγραφε, ήταν τόσο απομακρυσμένες και τα μίση τόσο κοντινά. Οι μουσουλμάνοι κοίταζαν προς την Ιστανμπούλ, οι Σέρβοι προς τη Ρωσία και οι Κροάτες προς το Βατικανό. Εκεί ήταν οι αγάπες τους. Εδώ ήταν το μίσος τους…
»Ακριβώς κάτω από το παράθυρό μου, λόγω του ότι γειτόνευε με τον εκδοτικό οίκο Svjetlost, παράλαυνε η ελίτ της βοσνιακής διανόησης. Τους ονόμαζα τουτουμράτσι (λέξη επινοημένη που σημαίνει “οι διανοούμενοι με τα ζαρωμένα φρύδια”). Στο Σαράγεβο οι ποιητές, οι κριτικοί, οι αρχισυντάκτες, οι ακαδημαϊκοί, οι παρουσιάστριες της τηλεόρασης, οι τραγουδιστές, οι συνθέτες αισθηματικών τραγουδιών δεν κατάφεραν ποτέ να έχουν μια πιο δυνατή και αποφασιστική επιρροή από τους μανάβηδες, τους χότζες, τους παπάδες και τους χασάπηδες. […] Ανέτρεψαν την προτομή του νεκρού Αντριτς, τι θα κάνουν σ’ εμένα εν ζωή, αν δεν εναρμονίσω το φτωχό μου μυαλό με τα σκεπτόμενα κεφάλια και τις ιδέες των μουσουλμάνων τουτουμράτσι; […]
»Επιθυμώ να γράψω ένα βιβλίο και να νοικοκυρέψω τα φαιά μου κύτταρα όπου περιπλανώνται οι αναμνήσεις μου. […] Θα ήταν κρίμα όλα αυτά που συγκλόνισαν την ψυχή μου να μείνουν για πάντα απρόσιτα μετά την αναχώρησή μου για το αιώνιο ταξίδι, ενώ κάποιος από τους απογόνους μου, ωθούμενος από περιέργεια, θα προσπαθούσε να αποκαταστήσει έναν δεσμό μαζί μου για να αποκωδικοποιήσει το σημαντικό μυστήριο της καταγωγής του. […] Αξίζει να γράψω αυτό το βιβλίο, είπα μέσα μου έπειτα από σκέψη. Ας μείνει τουλάχιστον ένα ντοκουμέντο για τη ζωή μου. Αν τα πράγματα συμβαίνουν όπως με τη συμβολή των Ρώσων στη μάχη κατά του ναζισμού, κάποιος, στο μέλλον, θα μπορούσε να με περάσει για φούρναρη ή ακόμα χειρότερα για τορναδόρο».
Το Χρυσό Λιοντάρι και ο… μισάνθρωπος Τεό
Μια ημέρα η κόρη του Εμίρ Κουστουρίτσα, η οποία σπουδάζει Ανατολίτικες Γλώσσες, του είπε: «Κουστουρίτσα στα αραβικά σημαίνει μια μικρή πολύ κοφτερή λάμα που βάζουν μέσα στο ροκάνι για να κόψουν τους κορμούς των δέντρων». Και εκείνος της απάντησε: «Δεν είναι ένας μικρός Κουστουρίτσα, κόρη μου, είναι ένας μεγάλος Κουστουρίτσα!». Ισως λοιπόν να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ίσως απλώς να είναι η επίγνωση του ταλέντου του που αποτυπώνεται στα λόγια του. Το βέβαιο είναι ότι ο Κουστουρίτσα κάνει κάτι πολύ ενδιαφέρον: καταγράφει τις μεγάλες στιγμές της ζωής του ενταγμένες στα συμφραζόμενα του καιρού του. Οπως θα έκανε ένας συνειδητός ιστορικός. Μόνο που εκείνου κάπου κάπου του ξεφεύγουν μερικά κουτσομπολίστικα σχόλια.
– «Το 1961 ο Γιούρι Γκαγκάριν πέταξε στο Διάστημα κι εγώ πήρα τον δρόμο του σχολείου (το 1961 ο Ιβο Αντριτς τιμάται με το Νομπέλ Λογοτεχνίας). […]
– »Το 1974 έφυγα οριστικά από το σπίτι των γονιών μου. Την ίδια χρονιά υιοθετήθηκε το νέο Σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας που έδινε μεγαλύτερη αυτονομία στην Κροατία παρά στη Σερβία. Ηταν η πρώτη πράξη αποδυνάμωσης του κοινού κράτους των Σλάβων του Νότου και η έννοια της λέξης “πολιτική” στα Βαλκάνια μού γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρη. […] Ο πατέρας μου έβλεπε το πράγμα από άλλη σκοπιά. “Δεν είναι ανάγκη να γίνεις Φελίνι, γίνε τουλάχιστον ένας Ντε Σίκα”, μου έλεγε.
– »Το 1980 πέθανε ο Τίτο. Kι εγώ, έναν χρόνο αργότερα, έπαιρνα για την ταινία μου “Θυμάσαι την Ντόλι Μπελ;” το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία.
– »Το 1985 η ταινία “Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές” βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών. Ηταν η πρώτη φορά που μια γιουγκοσλαβική ταινία έπαιρνε τον Χρυσό Φοίνικα. Οταν με ρώτησαν στο Σαράγεβο γιατί δεν είχα παραλάβει ο ίδιος τον Φοίνικα στις Κάννες, δεν βρήκα τίποτα καλύτερο να πω από το ότι έπρεπε να τοποθετήσω το παρκέ στο διαμέρισμα του φίλου μου Μλάντεν Μάτεριτς.
– »Το 1988 δέχτηκα την πρόσκληση του Μίλος Φόρμαν να τον αντικαταστήσω στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και για δεύτερη φορά στη ζωή μου – αλλά αυτή τη φορά για πάντα – έφυγα από το Σαράγεβο.
– »Το 1992 πέθανε ο πατέρας μου. Την ίδια χρονιά χάθηκε η Γιουγκοσλαβία. Μετά την απόσχιση της Κροατίας στο Πρώτο Κανάλι της γαλλικής τηλεόρασης οι ειδήσεις άρχισαν με τη φράση: “Η Γιουγκοσλαβία δεν υπάρχει πια”.
– »Το 1995 το “Underground” θριάμβευσε στις Κάννες και κέρδισα έναν δεύτερο Χρυσό Φοίνικα. Αυτή τη φορά δεν ήταν γιατί η ταινία έβαζε το λιθαράκι της στη δυτική επιχείρηση κατεδάφισης των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης, όπως έγινε το 1985 με την ταινία μου “Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές”. Αν ήξερα τότε ότι με αυτή την ταινία θα με χρησιμοποιούσαν ως αντικομμουνιστική αναφορά, δεν θα την έκανα ποτέ… Την απόφαση να μου απονείμουν για δεύτερη φορά το βραβείο (για το “Underground”) την οφείλω σε μια βαθιά νοσταλγία των μελών της επιτροπής των Καννών, που θρηνούσαν γιατί δεν υπήρχαν πια Μπουνιουέλ, Φελίνι, Μπερτολούτσι. Κι εγώ, στο τέλος του 20ού αιώνα, τους θύμιζα το παρελθόν».
Σχολιάζοντας τη βράβευσή του στις Κάννες πριν από 17 χρόνια ο Κουστουρίτσα δεν διστάζει να αναφερθεί στον ανταγωνισμό του με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Οπως γράφει, το «Underground» χτίστηκε από το τέλος προς την αρχή. Ονειρευόταν, λέει, να κινηματογραφήσει έναν γάμο σε μια λωρίδα γης στην όχθη ενός ποταμού. Αυτή η τελετή έπρεπε να είναι μια μοιραία σεκάνς. Οπότε, αν έπρεπε να γυρίσει μια συνέχεια του «Underground», αυτή τη φορά δεν θα σκιζόταν η γη. Θα σκιζόταν ο ουρανός…
«Ο έλληνας συνάδελφός μου Θόδωρος Αγγελόπουλος εμφανίστηκε γεμάτος ενθουσιασμό και αισιοδοξία», θυμάται ο Κουστουρίτσα. «Ηταν σίγουρος ότι εκείνη τη νύχτα το όνομά του θα έλαμπε ανάμεσα στους νικητές. Ηταν λίγο υπερβολικά υπνωτισμένος από τον εαυτό του. Τον κοίταζα στο video-beam να ανεβαίνει θεατρικά τα καλυμμένα με κόκκινο χαλί σκαλιά. Αυτός, οι ηθοποιοί του και τα μέλη της ομάδας του κρατιούνταν από το χέρι και βάδιζαν επίσημα προς τον Χρυσό Φοίνικα σαν συγκρότημα φολκλορικών χορών. […]
»Δύο ημέρες νωρίτερα αυτός ο μισάνθρωπος αναρωτιόταν από τις στήλες της “Herald Tribune”: “Γιατί εδώ στις Κάννες αγαπούν τόσο αυτόν τον Κουστουρίτσα; Στις ταινίες του οι άνθρωποι μόνο πίνουν, τρώνε και χορεύουν. Τι είδους κινηματογραφική τέχνη είναι αυτό; Πού κρύβεται η σκέψη, πού είναι οι ιδέες;”, αναρωτιόταν ο Ελληνας που προσπαθούσε να φαίνεται cool και συμπεριφερόταν σαν να γεννήθηκε στη Χαϊδελβέργη και όχι σε προάστιο της Αθήνας. Γύριζε τις ταινίες του περισσότερο για να επιδείξει την αγάπη του για τη γερμανική φιλοσοφία παρά από ανάγκη να ζεστάνει το ανθρώπινο είδος στην επαφή με το έργο του. Λες και αγνοούσε ότι ήδη από καιρό στο Χόλιγουντ είχαν καταλάβει ότι η ταινία είναι μεγαλύτερη από τη ζωή.
»Μετά τη συνέντευξη Τύπου και πριν από τη φωτογράφιση η κόρη μου, η Ντούνια, που είχε ξαφνικά ωριμάσει στη διάρκεια των τελετών, μου έδειξε τον Αγγελόπουλο. “Εμίρ, πρόσεχε αυτόν τον τύπο!”, μου ψιθύρισε διακριτικά. “Αν βρει ευκαιρία, θα σου κλέψει τον Φοίνικα!”. Είδα πώς τον κοίταζε όσο ήταν στο τραπέζι.
»Κρατούσα σφιχτά το βραβείο μου στο χέρι, αλλά σπρωγμένος από την προειδοποίηση της κόρης μου έπιασα τον έλληνα σκηνοθέτη από τον ώμο και τον τράβηξα παράμερα. Ταράχτηκε όταν του είπα απλά: “Τεό, σου δανείζω τον Φοίνικα, αν θέλεις, να κάνεις μια-δυο στροφές γύρω από το μέγαρο, με τον όρο όμως αμέσως μετά να μου επιστρέψεις το παιχνιδάκι μου!”.
»Με κοίταξε με απροκάλυπτο μίσος, αλλά και στενοχώρια που δεν μπορούσε να μου σπάσει τη μύτη. Πράγμα που στο κάτω κάτω ήταν εντελώς κατανοητό».
«Ο Μιλόσεβιτς ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του»
– Ελα, πες μου τώρα, αλλά ειλικρινά, σε ποιον ανήκεις; ξαναρχίζει η Σένκα μ’ ένα χαμόγελο. Είναι αλήθεια αυτό που λένε στη γειτονιά;
– Θα ήθελα πολύ να ανήκω σε κάποιον. Θα ήμουν μάλιστα έτοιμος να πεθάνω για κάποιον… για να μπορούν μετά τον θάνατό μου να λένε και για μένα: «Ενας αληθινός άντρας».
– Γιατί; Δεν είσαι ηλίθιος!
– Μα, Σένκα μου, δεν υπάρχει πια αληθινός άντρας. Θα ήθελα να έχω πάνω μου το τατουάζ ενός ήρωα, όπως ο Μαραντόνα έχει του Φιντέλ Κάστρο.
– Οι γειτόνισσές μου μού λένε: «Ο Εμίρ σου, χωρίς αμφιβολία, είναι άνθρωπος του Μιλόσεβιτς». Είναι αλήθεια;
– Οταν τελικά κατάλαβα ότι δεν είχε σχέδιο, φύτρωσε μέσα μου αυτός ο τύπος που είναι πιστός στις πεποιθήσεις του. Ποτέ δεν θα αναιρέσω αυτό που είπα κάποτε, ούτε για μια περιουσία!
– Και τι είχες πει;
– Οτι ήταν καλός.
—Και λοιπόν, ήταν;
– Μία μέρα καλός, την επομένη κακός. Κι εγώ, εγώ ο καημένος μένω πιστός σ’ αυτό που είπα, άσχετα με το τι συμβαίνει πραγματικά. Οι μεταστροφές, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει ούτε πολιτικός άντρας ούτε πολιτική, δεν μετράνε. Δεν έχει πια σημασία αυτός, αλλά εσύ ο ίδιος. Υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο στον Αντριτς. Κι εκείνος τάχθηκε υπέρ αυτής της πλευράς. Υπέρ της Ανατολής. Γιατί αυτή είναι που υποφέρει περισσότερο. Οταν ο άνθρωπος διαλέγει τον δρόμο του, είναι λογικό να ταχθεί με αυτούς που υποφέρουν περισσότερο. Σε αυτή την ιστορία, Σένκα μου, ο Μιλόσεβιτς ήταν μόνος, δεν είχε την υποστήριξη κανενός, και αυτό είναι που μου άρεσε…
– Αυτό, Εμίρ μου, δεν είναι πολιτική. Είναι, όπως το λες και μόνος σου, οι σκέψεις ενός πολιτικά ηλίθιου!
– Στην ιδιωτική του ζωή χτένιζε δειλά τα μαλλιά της γυναίκας του, όταν του το επέτρεπε, ενώ στο γραφείο του αψηφούσε τους πρεσβευτές των μεγαλύτερων χωρών λες και είχε στην τσέπη του δύο ατομικές βόμβες.
– Και είναι αυτό που σου άρεσε;
– Ναι.
– Αυτό σημαίνει, αγάπη μου, ότι δεν θα μπορούσες να γίνεις ποτέ πολιτικός!
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.