Στο Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξενήθηκε ένα γαλλικής προέλευσης µεταµοντέρνο έκτρωµα του Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Βαρλικόφσκι
Η Ιζαµπέλ Ιπέρ σε σκηνή από την παράσταση «Ενα λεωφορείο» που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Σε πρόσφατη επιφυλλίδα µου στις «Ιδέες» των «ΝΕΩΝ», κωδικοποιώντας τους µεταµοντέρνους σκηνοθέτες που ταλανίζουν τα τελευταία χρόνια την παγκόσµια θεατρική αγορά, αναφερόµουνα στην πολυάριθµη κατηγορία των ηµιµαθών ή και επιπόλαια νεοφώτιστων οι οποίοι αχώνευτα καταβροχθίζουν πνευµατική τροφή, αισθητικά ρεύµατα, δοµικές και αποδοµητικές θεωρίες τουρλού-τουρλού, επιτίθενται ακάθεκτοι εναντίον των κλασικών και νεοκλασικών κειµένων του θεάτρου και, όπως όλοι οι νεόπλουτοι, φοράνε όλα τα λιλιά τους, αληθινά και φο, το ένα πάνω στο άλλο, και σα γύφτικα σκεπάρνια καµαρώνουν στα τρίστρατα σα φουσκωµένοι διάνοι.
Πολλοί από αυτούς προέρχονται από την πάλαι ποτέ επικράτεια του σοσιαλιστικού ρεαλισµού και του κρατικού αισθητικού κιτς (όπως έξοχα τα απαθανάτισε ο Κούντερα στην «Ελαφρότητά…» του). Υποχρεωµένοι για χρόνια λόγω κατευθυνόµενης παιδείας και κρατικής καταστολής να λειτουργούν σε αισθητικά καυδιανά δίκρανα, µόλις άνοιξαν τα σύνορα, εισέβαλε η τηλεοπτική δυτική πολύσηµη χλαπάτσα στα αραχνιασµένα σοσιαλιστικά στεγανά, αισθάνθηκαν µια ελευθερία, αποδόµησαν χρόνια καταπιεσµένα και καταχωνιασµένα σύνδροµα και όρµησαν στον… πατσά. Κάποτε, επ ευκαιρία των επιδαύριων ανοησιών του Στούρουα πριν από 25 χρόνια, είχα ονοµάσει αυτή τη µανία επαρχιωτισµό.
Και είναι. Οπως _ και το γνώρισαν όσοι επί σοσιαλιστικών καθεστώτων επισκέπτονταν τις χώρες εκείνες _ οι γυναίκες λιµπίζονταν τα νάιλον κοµπινεζόν των δυτικών γυναικών και κάναν τεµενάδες για καµιά αµερικάνικη τσίχλα ή και δολάρια έτσι και οι εγκλωβισµένοι σκηνοθέτες λιµπίζονταν τα θεατρικά φύκια της Κεντρικής Ευρώπης (απόρροια των κουρασµένων αδιέξοδων µιας παράδοσης θεατρικού µοντερνισµού δύο αιώνων) και τα αποθέωναν ως µεταξωτές κορδέλες. Παράλληλα µε την ανοιχτή πλέον, ύστερα από την κατάρρευση των συνόρων, ελεύθερη διακίνηση, εκτός της Κόκα Κόλας και των χάµπουργκερ, βιντεοταινιών (εγώ ο ίδιος το 1990 είδα στη Μόσχα ουρά δύο χιλιοµέτρων για να δουν το «Ράµπο Νο 2»!!), φιλµ και διαδικτυακού υλικού, οι τρόφιµοι των αισθητικών του σοβιετικού ρεαλιστικού κατηχητικού ανακάλυψαν και τις αισθητικές θεωρίες της αποδόµησης και της µεταµοντέρνας κατάστασης, δηλαδή όλη την πνευµατική παρακµή µιας αδιέξοδης Δύσης.
Κι αυτά µιµήθηκαν. Ετσι, µας επισκέφτηκαν κι εδώ Ρουµάνοι, Βούλγαροι, Γεωργιανοί, Ρώσοι, Λετονοί, Εσθονοί, Πολωνοί και ανατολικογερµανοί σκηνοθέτες που, όπως λέει ο Αµλετ – Σαίξπηρ, απευθυνόµενος στους ηθοποιούς, υπερ-ηρωδίζουν τον Ηρώδη.
Από κοντά _ σύνδροµο µαϊµουδισµού ιδιώνυµο στον έρµο τόπο µας _ σαν έλληνες ηµιµαθείς, θλιβεροί οπαδοί των ξένων επαρχιωτισµών, µας έφερναν αχώνευτα τούβλα που ξεσήκωναν, κυριολεκτικά ξεπατίκωναν, από παραστάσεις που έβλεπαν στο εξωτερικό.
Απ αυτή την πλευρά, ο Γιώργος Λούκος λειτουργεί σαν έξοχος προβοκάτορας, αφού µετακαλώντας αυθεντικούς ευρωπαίους µεταµοντέρνους αποκαλύπτει τουλάχιστον στους πληροφορηµένους Ελληνες πόσο γυµνοί, ξεβράκωτοι πίθηκοι ήταν οι δικοί µας που πριν από λίγα χρόνια είχαν µεταφέρει αυτούσια ή ερανιστικά τερτίπια και «λύσεις» που είχαν δει λίγο πριν στις πρωτεύουσες της µεταµοντέρνας πρωτοπορίας του χαβαλέ. Στο Φεστιβάλ Αθηνών, λοιπόν, φιλοξενήθηκε γαλλικής προέλευσης παραγωγή µιας διασκευής του «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τεννεσή Ουίλλιαµς, µεταµοντέρνο έκτρωµα-τέρας του Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Ολοι οι συντελεστές Πολωνοί, εκτός από τον µεταφραστή στα γαλλικά που µου µοιάζει Μαροκινός ή Αλγερινός, αν έχει αυτό σηµασία.
Η παράσταση που είδαµε ήταν ένα δηµόσιο ψυχαναλυτικό ντιβάνι του ίδιου του σκηνοθέτη, που ανήκει ακριβώς στην κατηγορία που περιέγραψα. Χρόνια παγιδευµένος στη γνωστή φορµαλιστική σοσιαλιστική παιδεία, ανακάλυψε εκτός πιθανόν από τα προσωπικά του απελευθερωµένα πλέον απωθηµένα και όλα τα απαγορευµένα κείµενα της βασικής του εκπαίδευσης. Ετσι, ανάµεσα στο ηθογραφικό (µε τη σηµασία που πολλάκις έχω αναλύσει τον όρο) περιβάλλον της νότιας αµερικανικής ηθικής που περιγράφει ο τραυµατικός τραγικός Ουίλιαµς παρεµβάλλει χωρίς καµιά ανάγκη, έτσι ξεκούδουνα, µονόλογο που εκφωνεί, στον θεό σας, η Μπλανς Ντιµπουά, που δεν είναι άλλος από τον µονόλογο του Αριστοφάνη στο «Συµπόσιο» του Πλάτωνα, όπου αναπτύσσεται ο µύθος για το ανδρόγυνο, τον χωρισµό των φύλων και την τραγική αναζήτηση του ετέρου ηµίσεος!! Και να ταν µόνο αυτό. Αλλού, δίκην ραδιοφωνικού σποτ, ακούγονταν αποσπάσµατα από τη «Σαλώµη» του Οσκαρ Ουάιλντ και µάλιστα εκεί που η Σαλώµη προκαλεί τον Γιοχανάν (Ιωάννη Πρόδροµο) να συνουσιαστεί µαζί της. αλλιώς θα τον αποκεφαλίσει για να προσφέρει την κεφαλή του πεσκέσι στην Ηρωδιάδα.
Και να ταν µόνο αυτό. Εκτός από µια πανάσχηµη τερατώδη κυρία που τραγουδούσε ξεκούδουνα ανάµεσα στη δράση µε στητό µικρόφωνο στα αγγλικά γνωστές µπαλάντες και ραπ επιτυχίες, ξαφνικά παρενεβλήθη για είκοσι ολόκληρα λεπτά ένα ακατάσχετο µακρόσυρτο τραγούδι στα ιταλικά (µε προβαλλόµενους στον τοίχο ελληνικούς στίχους), ένα ατελείωτο απόσπασµα από το µεσαιωνικό έπος των χρόνων της Σταυροφορίας όπου περιγράφεται η µονοµαχία του Ταγκρέδου µε την αµαζόνα Κλορίνδη, ο βιασµός της, η απόλαυση εντέλει της ερωτικής πράξης µιας ταγµένης παρθένας και η είσοδός της στις αιώνιες µονές, αφού συγχωρεί για την εµπειρία τον βιαστή της. Κάτι ανάλογο µε τις ελληνικές παραλλαγές του Διγενή και της Μαξιµώς!!
Κι αυτά όλα σ έναν χώρο όπου κυριαρχούν λουτρά, τουαλέτες (όπου οι ήρωες αφοδεύουν, αυτοχαϊδεύονται, γδύνονται και ντύνονται, όπου και ο πουριτανός δέσµιος της µαµάς του υποψήφιος µνηστήρας της Μπλανς, Μιτς, ένας τερατώδης κύριος, κυκλοφορεί απαισίως γυµνός).
Οι άνθρωποι κάνουν την πλάκα τους και αφοδεύουν µε δηµόσια χρήµατα πάνω σε ό,τι σηµαντικότερο έχει παρουσιάσει το παγκόσµιο θέατρο από τη γένεσή του
Τα ήθελε και τα έπαθε
Γνωρίζετε το ανέκδοτο µε τον Μπόµπο; Όταν η δασκάλα ζητάει από την τάξη να της ονοµάσουν τι είναι τούτη ή εκείνη η τυπική χειρονοµία (χαιρετισµός, απελπισία, τρόµος κ.τ.λ.) ο Μπόµπος στερεότυπα απαντά: το αιδοίο. Στην παρατήρηση της δασκάλας ο Μπόµπος απαντά: «Ό,τι και να µου ζητήσετε, ό,τι κι αν θέλετε, εµένα όλα σ αυτό αναφέρονται».
Είναι η περίπτωση του κυρίου Βαρλικόφσκι. Και αν κατέφυγα σε ανέκδοτο, είναι γιατί έτσι πάλι ξεκούδουνα ένας τύπος στην παράσταση πήρε το στητό µικρόφωνο και µας αφηγήθηκε ένα ανέκδοτο, γνωστό εδώ και χρόνια ανά την ελληνική επικράτεια.
Οι άνθρωποι κάνουν την πλάκα τους και αφοδεύουν µε δηµόσια χρήµατα πάνω σε ό,τι σηµαντικότερο έχει παρουσιάσει το παγκόσµιο θέατρο από τη γένεσή του.
Εντέλει ό,τι έως τώρα είχε θεωρηθεί ως ψυχοπαθολογικό καταστροφικό σύνδροµο δηλωτικό της µανιοκατάθλιψης, προβολής του Εγώ του Ηρόστρατου και του Νέρωνα, έγινε στην εποχή µας αισθητική πραµάτεια της παγκοσµιοποιηµένης εµπορευµατικής τέχνης. Τι να πω για την καλή γαλλίδα πρωταγωνίστρια Ιζαµπέλ Ιπέρ. Τα ήθελε και τα έπαθε. Αν µάλιστα γνώριζε πως εµείς εδώ χαρήκαµε Μπλανς Ντιµπουά τη Μελίνα, τη Λαµπέτη, τη Γαληνέα, τη Δανδουλάκη, τη Ζούνη, που χωρίς προκαταλήψεις ήταν πολύ καλύτερες απ ό,τι είδαµε στη σκηνή της «Πειραιώς 260».
Α! µην το ξεχάσω. Ο,τι γινόταν στη σκηνή ένας κάµεραµαν επί σκηνής το βιντεοσκοπούσε και προβάλλονταν ανφάς, τρουακάρ, πλάγια, ανάποδα, σε βιντεογουόλ. Ακόµη και τα γενέθλια της δίχρονης Μπλανς µε την τούρτα!!
Αισθητικός, κυριολεκτικός, απόπατος.







