Όταν έγινε, το 1922, η Δίκη των Έξι «έπνιξε τη συζήτηση για τα αίτια της ήττας». Σήμερα που ξαναγίνεται αποτελεί «το χειρότερο δρομολόγιο για την αναγκαία ιστοριογραφική αναψηλάφηση της Μικρασιατικής Καταστροφής», λένε ιστορικοί
Την αναψηλάφηση της ιστορικής Δίκης των Έξι, ογδόντα οκτώ χρόνια μετά τη διεξαγωγή της που κατέληξε στην εκτέλεση των πρώην πρωθυπουργών της Ελλάδας Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτου, καθώς και των υπουργών Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη και του στρατηγού Γ. Χατζηανέστη, ως υπευθύνων για τη Μικρασιατική Καταστροφή, αποφάσισε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε την πρόταση του αντεισαγγελέα Αθ. Κονταξή, όπως άλλωστε και την απόφαση του Ποινικού Τμήματος, το οποίο είχε ταχθεί υπέρ της επανεξέτασης της υπόθεσης και έκανε δεκτό το σχετικό αίτημα του Μ. Πρωτοπαπαδάκη, εγγονού του εκτελεσθέντος, πρώην πρωθυπουργού, Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη.
Η πρωτοβουλία του κ. Πρωτοπαπαδάκη να προκαλέσει την επανάληψη της διαδικασίας, από την οποία δεν έχουν μείνει ούτε καν τα πρακτικά, ενώ όπως είναι ευνόητο δεν υπάρχουν πλέον μάρτυρες εν ζωή, έχει ως στόχο την ηθική αποκατάσταση των προσώπων που εκτελέστηκαν για εσχάτη προδοσία για τη Μικρασιατική Καταστροφή, με απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου.
Το νεώτερο στοιχείο που επικαλείται ο εγγονός του εκτελεσθέντος πρωθυπουργού είναι ένα τηλεγράφημα του Ελ. Βενιζέλου, με το οποίο ζητούσε να μη γίνει η εκτέλεση, αλλά και μια μεταγενέστερη ομιλία του στη Βουλή, καθώς και μια επιστολή του, όπου υποστήριζε ότι οι καταδικασθέντες δεν ήταν προδότες. Η ιστορική δίκη άρχισε στις 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε- με συνοπτικές διαδικασίες- σε 14 συνεδριάσεις. Οι έξι εκτελέστηκαν στο Γουδή στις 15 Νοεμβρίου 1922.
«Δεν είναι το καλύτερο δρομολόγιο για να ξανακάνουμε συζήτηση για τη Μικρασιατική Καταστροφή», λέει στα «ΝΕΑ» ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
«Τη συζήτηση πρέπει να την κάνουμε, αλλά με διάθεση αυτοκριτικής για την ελληνική ελαφρότητα όλων των συντελεστών. Όχι μόνο της οπωσδήποτε υπεύθυνης για τη διαχείριση της ήττας ελληνικής Δεξιάς, αλλά και για την παράταξη των Φιλελευθέρων που διαχειρίστηκε τις ελπίδες και τις προσδοκίες της αντιμετώπισης του προβλήματος του μικρασιατικού ελληνισμού. Εμείς οι ιστορικοί πρέπει να ξεφύγουμε από τη βενιζελολαγνεία που θολώνει την κρίση μας».
Εκκρεμεί η ιστοριογραφική αναθεώρηση- αναψηλάφηση της εποχής, πιστεύει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος. «Αυτή δεν θα γίνει όμως με τις τρέχουσες συνθήκες. Είναι το χειρότερο δυνατό δρομολόγιο αυτό, να ξαναδούμε την Ιστορία μέσα από μία- οιονεί- αναψηλάφηση δίκης που κατ΄ ανάγκην θα έχει επικοινωνιακά χαρακτηριστικά. Μία δίκη με στοιχεία επικαιρότητας, σκοπιμότητας, πόνου, παθών, εκτόνωσης, δεν μπορεί να βάλει στις σωστές βάσεις μια συζήτηση για τη Μικρασιατική Καταστροφή και βέβαια τη μικρασιατική εκστρατεία που προηγήθηκε. Φυσικά και μόνο ότι αυτή ήταν μια δίκη από έκτακτο στρατοδικείο λέει πολλά. Δεν απονέμεται έτσι δικαιοσύνη. Τα έκτακτα στρατοδικεία είναι βραχίονες της πολιτικής εξουσίας για την εμπέδωση δικών της επιλογών και αναγκών», καταλήγει. «Μετά την επικράτησή του, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922, το κίνημα του στρατού και του στόλου (με επικεφαλής τους συνταγματάρχες Ν. Πλαστήρα και Στ. Γονατά) εξελίχθηκε σε στρατιωτική δικτατορία, που ονομάστηκε επίσημα “Επανάσταση του 1922”», σημειώνει στην «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού» (έκδοση των «ΝΕΩΝ») ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Μαυρογορδάτος. «Υπό την πίεση των γεγονότων και των πιο ακραίων στοιχείων της, η πολιτική της πήρε αμέσως τον χαρακτήρα μιας τακτοποίησης λογαριασμών με τον αντιβενιζελισμό. Καθοριστική καμπή υπήρξε προπαντός η δίκη και εκτέλεση των έξι, που κρίθηκαν υπεύθυνοι για την καταστροφή».
Ούτε οι ξένες επεμβάσεις (ιδίως της Μεγάλης Βρετανίας) ούτε η παραίτηση της κυβέρνησης Κροκιδά στις 10 Νοεμβρίου μπόρεσαν να ματαιώσουν τις εκτελέσεις. Ως πράξεις σκοπιμότητας, εκτόνωσαν μονομιάς την αναταραχή στον λαό και προπαντός στον Στρατό, επιτρέποντας την άμεση ανασυγκρότησή του στον Έβρο.
Την αναγκαιότητα της δίκης και των εκτελέσεων ουδέποτε αναγνώρισαν οι αντιβενιζελικοί. Γι΄ αυτούς, η εκτέλεση των έξι παρέμεινε εσαεί “τερατώδες έγκλημα” που έμεινε ζωντανό στη συλλογική μνήμη της παράταξης».
«Το τηλεγράφημα δεν ήρθε…»
Όταν ο ένας από τους «αρχηγούς της Επαναστάσεως» Νικόλαος Πλαστήρας υπέγραψε τη διαταγή για την εκτέλεση των έξι, έσπευσε στο γραφείο του ο τότε σύμβουλός του Γεώργιος Παπανδρέου. Έχει καταγραφεί ο ακόλουθος διάλογος:
Γεώργιος Παπανδρέου: «Αν έρθει, αρχηγέ, τηλεγράφημα του Ελευθερίου Βενιζέλου που να συνιστά να μη γίνει η εκτέλεση, τι θα κάνουμε;».
Νικόλαος Πλαστήρας: «Δεν μπορώ ν΄ αλλάξω γνώμη. Έχω δώσει τον λόγο μου. Άλλωστε το τηλεγράφημα δεν ήρθε».
Γεώργιος Παπανδρέου: «Κι αν έρθει; Σκέφτεσαι τη θέση σου;».
Ο (μετριοπαθής από τα μέλη της «Επαναστάσεως») Νικόλαος Πλαστήρας φαίνεται πως δεν απάντησε. Άλλωστε προκύπτει πως δεχόταν πιέσεις από τον σκληροπυρηνικό υποστράτηγο και υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκαλο να επιταχύνει τις εκτελέσεις.
Το «τηλεγράφημα» του Ελευθερίου Βενιζέλου στο οποίο τασσόταν κατά της εκτέλεσης έφθασε 14 ώρες μετά. Πολύ αργά…
Οι καταδικασθέντες
Εις θάνατον: 1. Δημήτριος Γούναρης, 59 ετών, πρώην πρωθυπουργός 2. Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, 68 ετών, πρώην πρωθυπουργός 3. Νικόλαος Στράτος, 50 ετών, πρώην πρωθυπουργός 4. Νικόλαος Θεοτόκης, 44 ετών, υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη 5. Γεώργιος Μπαλτατζής, 56 ετών, υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη 6. Γεώργιος Χατζηανέστης, αντιστράτηγος, 59 ετών, αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης Ισόβια: Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α., 53 ετών, υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη και Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε.α., 54 ετών, υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη
«Έκλεισε η συζήτηση για τα αίτια της ήττας»
«Η Δίκη των Έξι και η εκτέλεση έκλεισαν αμέσως τη συζήτηση για τα πραγματικά αίτια της ήττας και της τραγωδίας των προσφύγων και προφύλαξαν το αστικό καθεστώς από τους κλυδωνισμούς της κριτικής και της αμφισβήτησης», παρατηρεί στην «Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα» (Εκδ. Βιβλιόραμα) ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης Χρήστος Χατζηιωσήφ. «Είναι αλήθεια ότι ο αστικός κόσμος στο σύνολό του δεν έδειξε καμία προθυμία να ερευνήσει τις βαθύτερες αιτίες της ήττας, γιατί μια τέτοια έρευνα αναγκαστικά θα έθιγε τις δομές της ελληνικής κοινωνίας και τις μορφές εξάρτησής της από το εξωτερικό».







