Το 2005 δεν ξεκίνησε καλά για την κυβερνητική οικονομική πολιτική. Με κριτήριο

την αποτελεσματικότητα, η νέα διακυβέρνηση έμεινε μετεξεταστέα το 2004. Το

έλλειμμα ξέφυγε πολύ πέρα από την αναπροσαρμογή της «απογραφής» και την

επιβάρυνση των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο προϋπολογισμός του 2005 εκ κατασκευής

αδυνατεί να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό πρόβλημα – σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή

Επιτροπή, που επιτηρεί πια πολύ στενά την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Αλλά και η διαχείριση της μείζονος δημόσιας επενδυτικής

παρέμβασης, του Γ’ ΚΠΣ, δεν βελτιώθηκε. Αντίθετα, ο ρυθμός

υλοποίησής του το 2004 επιβραδύνθηκε έναντι του 2003. Το πρόγραμμα αποκλίνει

όχι μόνον από τους στόχους της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά και από τους προς

τα κάτω αναθεωρημένους στόχους που έθεσε η σημερινή κυβέρνηση όταν ανέλαβε. H

όποια πρόοδος σημειώθηκε το 2004 οφείλεται στο σημαντικό – και ανεπαρκώς

αξιοποιηθέν – συσσωρευμένο απόθεμα ενταγμένων, προκηρυγμένων, αξιολογημένων

και συμβολαιοποιημένων έργων που παρελήφθη. H επίκληση της «δημιουργικής»

εξαίρεσης από τον κανόνα του «ν+2» σημαντικών έργων, θα γλιτώσει ίσως

ορισμένες απώλειες πόρων – ευτυχώς! H δυσμενής εικόνα όμως δεν αλλάζει.

Ο ρυθμός ανάπτυξης επίσης επιβραδύνεται και υπολείπεται αισθητά του

διακηρυγμένου νεοδημοκρατικού προεκλογικού στόχου του 5%, μολονότι εξακολουθεί

να κινείται σε επίπεδα υψηλότερα της ευρωζώνης – καθώς η πραγματική οικονομία

διατηρεί μια κεκτημένη ταχύτητα.

Όμως, το πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής δεν περιορίζεται στα πενιχρά (έως

σήμερα) πεπραγμένα της νέας κυβέρνησης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι και η

κυβέρνηση αυτή – έστω και αν ως αντιπολίτευση ισχυριζόταν με έπαρση ότι ήταν

έτοιμη από καιρό – θέλει τον χρόνο της για να μάθει και να εξοικειωθεί με τη

δύσκολη στις ημέρες μας διαχείριση των οικονομικών του κράτους. Το κρίσιμο

πρόβλημα είναι η συνέχιση της ανάπτυξης. Ο ρυθμός και η ποιότητά της.

Τρεις πηγές ανησυχίας αναδεικνύονται στην κατεύθυνση αυτή.

Πρώτη πηγή ανησυχίας είναι η διάβρωση της οικονομικής αξιοπιστίας και η

μείωση του πολιτικού βάρους της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. H

επικίνδυνη αυτή εξέλιξη δεν είναι άσχετη με τον άφρονα μικροπολιτικό χειρισμό

της δημοσιονομικής «απογραφής» και με τον περιορισμό – στα τυπικώς αναγκαία –

της εν γένει συμμετοχής της ελληνικής κυβέρνησης στα ευρωπαϊκά δρώμενα.

H δεύτερη πηγή ανησυχίας προέρχεται από την αναγκαστική συρρίκνωση της

ατζέντας της οικονομικής πολιτικής και την εσωστρεφή αναδίπλωσή

της. Το ρολόι της οικονομικής πολιτικής ξαναγυρίζει πίσω. Εκ των

πραγμάτων, οι δείκτες του – μέσω της υποτιθέμενης «ήπιας προσαρμογής» – θα

επικεντρωθούν σε μια (μεσοπρόθεσμα ατελέσφορη) προσπάθεια αντιμετώπισης του

δημοσιονομικού προβλήματος. Φτου κι απ’ την αρχή, δηλαδή – ή άλλως, τρεις το

λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο…

H τρίτη πηγή ανησυχίας προέρχεται από το γεγονός ότι ο χρόνος της

πραγματικής οικονομίας τρέχει ταχύτερα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Έπειτα από δέκα χρόνια συνεχούς και ισχυρής ανάπτυξης, το ίδιο το ελληνικό

μοντέλο – που βασίστηκε εν πολλοίς σε έναν (μεγάλης κλίμακας) εκσυγχρονισμό

των πάσης φύσεως υποδομών της χώρας και στην αξιοποίηση, από τις επιχειρήσεις,

των ωφελειών από τη μακροοικονομική σταθεροποίηση και τις κρατικές

αναπτυξιακές ενισχύσεις – δείχνει σημεία κόπωσης και εξάντλησης.

Το δυστύχημα είναι ότι στο ίδιο διάστημα η ελληνική οικονομία – μαζί με τις

άλλες οικονομίες της Ενωμένης Ευρώπης των 15 – δέχεται ισχυρές εξωτερικές

ανταγωνιστικές πιέσεις. Οι πιέσεις αυτές προέρχονται από τις νέες

χώρες-μέλη της Ένωσης, από τις λοιπές (εκτός E.E.) χώρες της Νοτιοανατολικής

Ευρώπης, αλλά επίσης από τις μεγάλες δυνάμεις του αναπτυσσόμενου κόσμου – την

Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία. H προσφάτως αναδειχθείσα στη χώρα μας «κινεζική

επιδρομή» είναι ακριβώς η πτυχή μιας βαθύτερης ανακατάταξης στον διεθνή

καταμερισμό εργασίας. Ειδικότερα, η Κίνα τείνει να γίνει η σημαντικότερη

μεταποιητική πλατφόρμα του πλανήτη για καλής ποιότητας, μη καινοτόμα –

προς ώρας τουλάχιστον – φθηνά προϊόντα. Κατά ένα τρόπο, η Κίνα παίρνει τώρα τη

ρεβάνς της από τη Δύση για τη βιομηχανική επανάσταση που τελικά δεν μπόρεσε να

κάνει (εξαιτίας πολιτικών και θεσμικών λόγων) μολονότι προπορευόταν

τεχνολογικά επί τέσσερις αιώνες (1000-1400 μ.X.)…

Ορισμένοι έγκυροι αναλυτές στις ΗΠΑ, πέραν του «κινεζικού κινδύνου» ανησυχούν

από μια διαγραφόμενη κρίση δημιουργικότητας. H χώρα, λένε, χάνει την

ικανότητά της να είναι ανοιχτή σε νέες ιδέες, να προσελκύει νέους ξένους

ταλαντούχους και δημιουργικούς ανθρώπους. Στην Ευρώπη, στο πλαίσιο της

συζήτησης για τη στρατηγική της Λισαβώνας, πολλοί αναρωτιούνται τι πρέπει να

θεωρείται «ιερό» και τι μπορεί να μεταρρυθμιστεί από το ευρωπαϊκό

κοινωνικό μοντέλο, για να μπορέσει να επιβιώσει σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης,

ενώ τέλος συζητείται η ανάγκη ρύθμισης της παγκοσμιοποίησης.

Γενικότερα, αλλάζει ραγδαία ο χαρακτήρας των ανταγωνιστικών

πλεονεκτημάτων των ανεπτυγμένων οικονομιών και μετασχηματίζεται η

ατζέντα της οικονομικής πολιτικής τους. Διαπιστώνεται μια πίεση για

αλλαγή προτεραιοτήτων – για την απόδοση μιας ιδιαίτερης έμφασης στον ανθρώπινο

παράγοντα, στην καλλιέργεια της δημιουργικότητας και στη διαμόρφωση μιας

ανοιχτής και ανεκτικής κοινωνίας. Αναζητούνται νέοι τρόποι για την ενίσχυση

της παραγωγής και της διάχυσης της γνώσης, για την ενθάρρυνση της καινοτομίας

και της δυναμικής επιχειρηματικότητας…

Ως εκ τούτου, οι γενικόλογες αναφορές της κυβέρνησης στην ανάπτυξη – που θα

στηριχθεί στον ιδιωτικό τομέα – δεν μαρτυρούν διάθεση σοβαρής ενασχόλησης με

ένα πολύπλοκο πρόβλημα. H κυβέρνηση μοιάζει να ‘χει συμβιβαστεί με την ιδέα

πως μπορεί να κάνει λίγα πράγματα για την οικονομία και αφήνει τις καταστάσεις

να εξελίσσονται, φροντίζοντας για την επικοινωνιακή διαχείρισή τους.

O Γιάννης Καλογήρου είναι επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ. Διετέλεσε γενικός

γραμματέας Βιομηχανίας και ειδικός γραμματέας για την Κοινωνία της Πληροφορίας

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.