H νέα κυβέρνηση δεν έχει πυροδοτήσει σημαντικές πολιτικές διεργασίες.
Γράφει ο κ. Κωνσταντίνος A. Βαλαγιαννόπουλος, από το Γαλάτσι:
|
|
«Οι εκλογές της 7ης Μαρτίου του 2004 είναι από τις λίγες που σηματοδότησαν μία
σημαντική μεταβολή στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Κατά τη μεταδικτατορική
περίοδο μόνο δύο φορές (1981, 1990) μία από τις δύο μεγάλες παρατάξεις
διαδέχθηκε την άλλη στην άσκηση της εξουσίας ύστερα από μακροχρόνια παραμονή
της δεύτερης στο πηδάλιο της χώρας. Τόσο τον Οκτώβριο του 1981 με τη
“σοσιαλιστική αλλαγή” του Ανδρέα Παπανδρέου όσο και τον Απρίλιο του 1990 με τη
“φιλελεύθερη κάθαρση” του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη άρχισαν να συμβαίνουν έντονες
πολιτικές διεργασίες (…)
Κάτι τέτοιο, τουλάχιστον κρίνοντας από το πρώτο πεντάμηνο της διακυβέρνησης
του Κώστα Καραμανλή, δεν έχει συμβεί μετά τον Μάρτιο του 2004. Μια απλοϊκή
εξήγηση για αυτό το φαινόμενο είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν πρόλαβε ακόμα
να κυβερνήσει. Πράγματι, κατά το πρώτο αυτό διάστημα είτε βρέθηκε ενώπιον
θεμάτων (Κυπριακό, Ολυμπιακοί Αγώνες) που έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν
“οικουμενική κυβέρνηση” είτε αντιμέτωπη με προεκλογικές περιόδους
(ευρωεκλογές, προεδρική εκλογή) που δεν προσφέρονται για έναρξη κυβερνητικού
έργου. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι έτσι θα πορευθεί μέχρι το τέλος της θητείας
της η παρούσα κυβέρνηση, ότι έχει αποφασίσει συνειδητά να αποφεύγει κάθε άμεση
τριβή με συντεχνίες, κάθε απευθείας σύγκρουση με συμφέροντα, κάθε οδυνηρή τομή
στα θέματα της χώρας.
Ο Κώστας Καραμανλής με τη μέχρι τώρα “βελούδινη διακυβέρνηση” θέλει να
κερδίσει την εμπιστοσύνη των κοινωνικά ασθενέστερων, τη συμμαχία με τα
συνδικάτα και τις κοινωνικές ενώσεις, κάτι που έγινε την τετραετία 1981 – 1985
από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Μόλις αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, εκτός του ότι
θα του εξασφαλίσει μια νέα άνετη εκλογική επικράτηση (το νωρίτερο το 2005, το
αργότερο το 2008), θα ανοίξει διάπλατα τον δρόμο για την πλήρη εφαρμογή των
πολιτικών και την υλοποίηση των οραμάτων που έχει στο μυαλό του. Τότε, έχοντας
αντιστρέψει τη θέση της παράταξής του και με την ευρύτερη Δεξιά πλέον να είναι
το “χαϊδεμένο παιδί” της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, θα είναι σε θέση να
προχωρήσει σε συγκρούσεις και τομές χωρίς να είναι βέβαιο πως θα χάσει τις
(μεθ)επόμενες εκλογές. Κάτι τέτοιο έγινε επιτυχώς από τον Κώστα Σημίτη κατά
την τετραετία 1996 – 2000.
Απομένει λοιπόν να δούμε αν η κυβερνητική παράταξη της ευρύτερης Δεξιάς θα
καταφέρει να κυριαρχήσει στο πολιτικό σκηνικό. Για το αν τόσο η παρελθούσα
πολιτική ηγεμονία όσο και η επερχόμενη ήταν ή θα είναι αντίστοιχα προς όφελος
του τόπου, μένει η Ιστορία να δώσει τη δική της απάντηση».








