|
|
Εκατοντάδες χιλιόμετρα από τη θάλασσα, σε μια πολύ αλπική τοποθεσία, τρεις
ηλικιωμένοι Γερμανοί ναύτες αργοπίνουν τον καφέ τους.Μόνο που η Βίγια Χενεράλ
Μπελγκράνο, με τα ξύλινα σπίτια της, τους γερμανόφωνους κατοίκους της και τα
εστιατόρια που σερβίρουν λουκάνικα, δεν βρίσκεται στις Άλπεις, αλλά στην
καρδιά της Αργεντινής.
|
|
H πόλη κληρονόμησε τις γερμανικές παραδόσεις της από άνδρες όπως ο Χεριμπέρτο
Κιργκχόιμπεγκ, ο Γκούσταφ Ντίτριχ και ο Φριτς Ζάντερ, που σήμερα είναι όλοι
τους ογδοντάρηδες. Είναι τρεις από τους πέντε τελευταίους επιζώντες του
γερμανικού θωρηκτού τσέπης «Graf Spee» και εξακολουθούν να ζουν στο
Μπελγκράνο, μια πόλη στην οποία το πλήρωμα του πολεμικού πλοίου έδωσε ζωή. Οι
άνδρες κατέληξαν εδώ αφού το καμάρι του γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού
βυθίστηκε από τον ίδιο τον πλοίαρχό του για να μην αιχμαλωτισθεί από το
βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό στη Μάχη του Ποταμού Λα Πλάτα, τον Δεκέμβριο του
1939.
Παντρεύτηκαν με ντόπιες
|
Συγχρωτισμός πολιτισμών. Αυτή η γιορτή της μπίρας δεν γίνεται στο Μόναχο, αλλά στο Βίγια Χενεράλ Μπελγκράνο της Αργεντινής
|
Καθώς το πλοίο βυθιζόταν στη λάσπη των εκβολών του Λα Πλάτα, το πλήρωμα
κατευθύνθηκε προς την ουδέτερη Αργεντινή, όπου παρέμεινε υπό καθεστώς
εγκλεισμού ώς το τέλος του πολέμου. Περισσότεροι από 200 άνδρες εστάλησαν στο
Μπελγκράνο. Ενώ κάποιοι αξιωματικοί δραπέτευσαν και επέστρεψαν στη Γερμανία
και στον πόλεμο, οι περισσότεροι πέρασαν τα επόμενα πέντε χρόνια κτίζοντας μια
μικρή βαυαρική γωνιά στην Κόρδοβα Σιέρα, στην Αργεντινή.
H κληρονομιά που άφησαν είναι το Βίγια Χενεράλ Μπελγκράνο. «Όταν ήρθαμε εδώ,
υπήρχαν μόνο τρία ή τέσσερα σπίτια», λέει ο χερ Ντίτριχ. «Κτίσαμε αυτό το
χωριό και φυτέψαμε χίλια δένδρα. Τώρα είναι σχεδόν πόλη!». Αν όχι ακριβώς
πόλη, σίγουρα μια ανθούσα τουριστική κωμόπολη, η οποία προσελκύει Αργεντινούς
απ’ όλη τη χώρα που έρχονται να ζήσουν τη γερμανική ατμόσφαιρά της ενώ
εξερευνούν τη Σιέρα.
|
Φρίντριχ Βίλκεμεν Ράζενακ, 89 ετών, ένας από τους πέντε τελευταίους επιζώντες του γερμανικού θωρηκτού τσέπης «Γκραφ Σπέε» (μοντέλο του οποίου κρατάει στα χέρια του), στο σπίτι του, στην κωμόπολη Βίγια Χενεράλ Μπελγκράνο της Αργεντινής
|
Το Μπελγκράνο, μικρό και απομακρυσμένο, διατηρεί τον γερμανικό χαρακτήρα του.
H πόλη έχει ένα μνημείο για το «Γκραφ Σπέε», το οποίο έχει επίσης δώσει το
όνομά του σε αρκετά μπαρ και καταστήματα. Πολλοί κάτοικοι γεννήθηκαν από
γάμους ανάμεσα σε Γερμανούς ναύτες και ντόπιες. Αρχικά τα φλερτ αυτά είχαν
προκαλέσει κάποια προβλήματα στα μέλη του πληρώματος, τους οποίους οι ντόπιοι
ονόμασαν «ξανθούς γκάουτσος».
«Όταν πρωτοφτάσαμε, 21 ή 22 χρόνων όλοι μας, κάναμε αυτό που κάνουν οι νέοι
και κυνηγήσαμε τις ντόπιες», λέει ο χερ Ντίτριχ. «Είχαμε καβγάδες με τα ντόπια
αγόρια γιατί τα κορίτσια κοίταζαν περισσότερο εμάς επειδή ξεχωρίζαμε με τα
ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια μας». Ώς το 1945 πολλοί από το πλήρωμα είχαν
παντρευτεί ντόπιες. Ώς τότε όμως, η Αργεντινή είχε εγκαταλείψει την
ουδετερότητά της και είχε ταχθεί με το μέρος των Συμμάχων. Οι ναύτες
μετατράπηκαν σε αιχμαλώτους πολέμου και εστάλησαν όλοι πίσω στη Γερμανία.
Δύο χρόνια μετά, πολλοί απ’ αυτούς άρχισαν να επιστρέφουν στο Μπελγκράνο. Ο
χερ Ζάντερ ήρθε πίσω για να βρεθεί και πάλι με τη γυναίκα του, αφού πέρασε
δυόμισι χρόνια στην πόλη όπου γεννήθηκε, κοντά στη Βαϊμάρη. Όταν επέστρεψε στη
Γερμανία ο χερ Ντίτριχ, διαπίστωσε πως το χωριό του ανήκε πλέον στην
κομμουνιστική Πολωνία και ο γερμανικός πληθυσμός του είχε υποχρεωθεί να
μεταναστεύσει προς δυσμάς.
Γερμανική αποικία
Στα χρόνια που ακολούθησαν, φίλοι και συγγενείς ήρθαν να τους συναντήσουν και
μετέτρεψαν το Βίγια Χενεράλ Μπελγκράνο σε μια ανθούσα γερμανική αποικία.
Σήμερα η πόλη έχει γερμανικό σχολείο, γερμανικό οίκο ευγηρίας και γνωρίζει ένα
νέο μεταναστευτικό κύμα, καθώς Γερμανοί πολίτες αγοράζουν εκεί εξοχικά σπίτια
στα οποία περνούν τον χειμώνα.
Το νέο ενδιαφέρον για το παλιό τους πλοίο έχει προκαλέσει έκπληξη στους γέρους
ναυτικούς. Μια κοινή ομάδα από τη Γερμανία και την Ουρουγουάη ανελκύει
κομμάτια του «Γκραφ Σπέε», σχεδιάζοντας να ξαναφτιάξει το πλοίο και να το
εκθέσει στο Μοντεβιδέο. Οι τρεις ναυτικοί λένε ότι το πλοίο πρέπει να
παραμείνει στον τάφο του. Ο χερ Κιργκχόιμπεγκ λέει για την επιχείρηση
ανέλκυσής του: «Δεν το καταλαβαίνω. Δεν θα βγάλει χρήματα ως τουριστική
ατραξιόν και η ανέλκυσή του θα κοστίσει εκατομμύρια». Και οι τρεις τους
υποστηρίζουν πως δεν πρόκειται να πάνε στο Μοντεβιδέο για να επισκεφθούν το
πλοίο. «Όπως και να ‘χει», λέει ο χερ Ζάντερ, «θα τους πάρει τρία χρόνια για
να το βγάλουν, αν το βγάλουν ποτέ, και ώς τότε πιθανόν να έχουμε όλοι μας
πεθάνει».
LINKS:
© The Times, 2004
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γιώργος Αγγελόπουλος











