|
|
|
|
Γιατί, μίστερ Γκορ Βερμπίνσκι; Μα ποιον ρωτάω τώρα; Τον σκηνοθέτη του
«Μεξικανού»; Του ανθρώπου που κατάφερε το αδιανόητο. Να τοποθετήσει δύο
ταινίες στη συσκευασία της μιας. Καταφέρνοντας – ταυτοχρόνως – να τσαλακώσει
μια Τζούλια Ρόμπερτς και να διασύρει έναν Μπραντ Πιτ. H συνέχεια της καριέρας
του είναι εξίσου… συναρπαστική. Με τους «Πειρατές της Καραϊβικής» (η κατάρα
του μαύρου μαργαριταριού) αναδεικνύεται σε πρωταθλητή της χαλάστρας και της
χασούρας. Μια και η ταινία του είναι το μεγάλο ατού της εβδομάδας και η
ιστορία της παραπέμπει στα σχολικά… πειρατικά μας χρόνια, οφείλω να εξηγήσω
το φαινόμενο:
Το αρτιότερο «πατρόν» κάθε αμερικανικής περιπέτειας – σύγχρονης όχι…
προϊστορικής – είναι «Ο τελευταίος των Μοϊκανών». Αν ο Γκορ Βερμπίνσκι και οι
όμοιοί του έριχναν μερικά βλέμματα σ’ αυτό το αριστούργημα του Μάικλ Μαν, ίσως
τους κοβόταν η όρεξη για αχταρμά-σαλάτα. H καθαρότητα, η πυκνότητα, η
ρυθμολογία και η ομοιογένεια είναι τα βασικά υλικά που συγκροτούν τον
«χαρακτήρα» κάθε (αληθινής) ταινίας. Περιπέτειας, θρίλερ, κωμωδίας, δράματος.
Πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα σημασία έχουν η σφραγίδα, το στυλ, η
προσωπικότητα. Χωρίς αυτή… ουδέν.
|
«Οι πειρατές της Καραϊβικής»: Ο Τζόνι Ντεπ, κάτι μεταξύ Τσιγγάνου, πειρατή και μεθυσμένου
|
Για να σας δώσω να καταλάβετε: οι «πειρατές» προπονήθηκαν και παίζουν σαν
καρικατούρες τηλεοπτικής σειράς. Λίγο απ’ όλα. Ανά εικοσάλεπτο και ημίωρο.
Πρώτα the good pirate. Ύστερα οι Άγγλοι του τακτικού στρατού. Μετά, το κορίτσι
της αριστοκρατίας. Κατόπιν the ugly pirate. Στη συνέχεια τα ζόμπι και στο
τέλος ο κρυμμένος θησαυρός. Παρατεταγμένοι όλοι και όλα μέσα σε κουτάκια. Και
κάθε κουτάκι πολλή ώρα. Το σύνολο 143 λεπτά, δηλαδή δύο ώρες και είκοσι λεπτά.
Μέχρι λιποθυμίας.
Γιατί; Πού να ξέρω. Σάμπως είναι εύκολο να παρακολουθήσεις τη σκέψη τους;
Υποθέσεις μόνο μπορείς να κάνεις. Πρώτη (υπόθεση): έπρεπε να κάνουν πλάκα. Να
υπονομεύσουν – που λένε – το «είδος». Εύκολη λύση. Αποδεικνύει αδυναμία
αναπαραγωγής. Και ο Ροντρίγκεζ, θα μου πείτε, πλάκα δεν κάνει. Μα ναι. Ο
Ροντρίγκεζ είναι αρμόδιος. Βουτηγμένος στο καρτούν μέχρι μυελού οστών. Αλλά ο
Βερμπίνσκι ούτε κατά διάνοια. Αποτέλεσμα; Ξεχαρβαλώνει το μεγάλο του ατού: τον
Τζόνι Ντεπ. Ο οποίος, καθ’ όλη τη διάρκεια της πειρατικής του πορείας,
τρεκλίζει. Σαν από ναυτία, από αλκοόλ, από… ομοφυλοφιλία. Ποιος ξέρει από
τι. Δεύτερη υπόθεση: έπρεπε το «πιάτο» να είναι χορταστικό. Ευεξήγητο. Αφού
σου λέει το γεύμα είναι πλαστικό, ας τους χορτάσουμε με μπόλικο φαγητό.
Τουλάχιστον δεν θα ζητήσουν τα λεφτά τους από το ταμείο. Τρίτη υπόθεση: το
μενού έπρεπε να είναι πλήρες. Απ’ όλα. Όπως τρώνε οι τουρίστες στην οδό Νίκης.
Και πειρατές, και τάχα μου πλάκα, και κουρσάροι, και σκελετοί, και ζόμπι.
Δηλαδή από «κόκκινο κουρσάρο» μέχρι Γουές Κρέιβεν. Όλα μέσα.
Λεπτομέρειες, θα μου πείτε. Περνάς καλά; Ξεχνιέσαι; Τα κορίτσια ορέγονται
Τζόνι Ντεπ; Τα αγόρια την βρίσκουν με τις μονομαχίες; Και ναι και όχι. Πώς
διαβάζουμε στην ετικέτα του παγωτού; Περιέχει – γράφει – τύπο σοκολάτας. Έτσι
ακριβώς. Ο Βερμπίνσκι μιμείται τον Ροντρίγκεζ. Ο Τζόνι Ντεπ τη σκιά του και η
Κίρα Νάιτλι παριστάνει την υποψήφια γκλάμορ-σταρ. Τύπος σοκολάτας, τύπος
κουρσάρων, τύπος περιπέτειας. Για να ξέρεις, θα φας… γενετικά μεταλλαγμένους
πειρατές.
Το σύμπαν… λαμπόγυαλο
|
|
Εβδομήντα χρόνια μετά και όμως! Στην κωμωδία, έτερος Μπακούνιν δεν μας
προέκυψε. Σήμερα οι Marx brothers θα έκαναν ουρά στο ταμείο ανεργίας. Ό,τι
έκαναν θα μείνει στην ιστορία ως ο μέγας διασυρμός του… political
correction! Ο συντηρητισμός, ο φορμαλισμός και ο υποκριτικός ευπρεπισμός είναι
αποτυπωμένος στην απόσταση που χωρίζει το σήμερα από το 1937 και το «Α day in
the races» (Μια μέρα στον ιππόδρομο). Μια ακόμα αδαμάντινη τρέλα του Γκρούτσο,
του Τσίκο και του Χάρπο Μαρξ. Την ξαναείδα σε ολόφρεσκη κόπια και την κατα…
βρήκα! Επί 105 λεπτά της ώρας μετατρέπουν το σύμπαν σε λαμπόγυαλο. Τουαλέτες,
σμόκιν, σαλόνια, θεσμοί και πρωτόκολλα μεταβάλλονται σε κουρελόχαρτα. Το
μεγαλείο της αναρχίας!
|
«Μια μέρα στον ιππόδρομο»: Ντούο ενός απέραντου φρενοκομείου. Από δεξιά, ο Γκρούτσο αλογο-γιατρός και ο Χάρπο αναβάτης
|
Το στόρι είναι κομμένο στα μέτρα τους. Κάποιο σανατόριο που φιλοξενεί κατά
φαντασίαν ασθενείς με παχουλά πορτοφόλια, κινδυνεύει να μετατραπεί σε
χαρτοπαικτική λέσχη. H ιδιοκτήτρια, για να αποφύγει τη χρεοκοπία, προσλαμβάνει
κτηνίατρο (με ειδικότητα στα άλογα), ο οποίος παριστάνει τον σπουδαίο δόκτορα
Χάκενμπους, δηλαδή τον άνθρωπο που εμπιστεύεται και εμπνέει την καλύτερη και
πλουσιότερη πελάτισσα του ιδρύματος! Όμως η σωτηρία του σανατορίου είναι
υπόθεση ενός μουγκού αναβάτη (Χάρπο Μαρξ), ενός παγωτατζή που πουλάει…
βιβλία (Τσίκο) και ενός αλόγου κούρσας που τρελαίνεται και φουλάρει όταν
βλέπει τη φάτσα της εξουσίας. Απίστευτο!
Ο ευρηματικός οίστρος, η φρενίτιδα των διαλόγων, η ολοσχερής (και ενίοτε
τουρτοειδής) καταστροφή των σκηνών, είναι τα βασικά εξαρτήματα της
πουσαρισμένης «μηχανής» των Μαρξ μπράδερς. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Κρυφό,
υπόγειο και πονηρό. Σκαρώνουν ένα τρελό παιχνίδι, με την έννοια του α-λόγου
(μη Λόγος, παράλογο). Προσέξτε τα κομμάτια, για να τα τοποθετήσετε στη σωστή
σειρά. Ο γιατρός είναι αλογο-γιατρός. H σωτηρία του σανατορίου είναι υπόθεση
στοιχημάτων και αλόγων (ιπποδρομίες). Το άλογο που κερδίζει στο τέλος είναι
ά-λογο (τρελό). Οι επιχειρηματίες είναι τζογαδόροι α-λόγων. Και η
μεγαλοπιασμένη κυρία ερωτεύεται έναν αλογο-γιατρό! Στην πραγματικότητα – λένε
οι Μαρξ μπράδερς – είμαστε τετράποδα και τρέχουμε σαν άλογα σ’ ένα απέραντο
φρενοκομείο!
Ούτε στα δύσκολα ούτε στα εύκολα
|
|
«How to deal» (Στα δύσκολα σε θέλω). Ο τίτλος μιας φτηνής κομεντί της κάποιας
Κλερ Κίλνερ. Κατάληξη; No deal. Για πολλούς λόγους. Ας πούμε: No χιούμορ, no
λάμψη, no έμπνευση, no ίντριγκα, no καστ. Σαν να βάζεις την X δευτεράντζα τού
Χόλιγουντ στη θέση της Τζούλια Ρόμπερτς.
Και για τους δύσπιστους, έτσι επί τροχάδην η υπόθεση του έργου: μια δεκαεφτάρα
(Μάντι Μουρ) βγάζει τη γλώσσα της στον έρωτα και τους ερωτευμένους. Ο λόγος
είναι… φροϋδικός. Ο πατέρας της (Πίτερ Γκάλαχερ) πέφτει στα νύχια μιας Bimbo
και η μάνα της (Άλισον Τζάνεϊ) ερωτεύεται τον άνθρωπο της γειτονικής Coca
Cola! E, και; A, δεν φταίω! Ρωτήστε τους υπεύθυνους. Προσωπικώς δεν θα πάρω.
Ούτε δύσκολα ούτε εύκολα.
Παράτολμο, αιρετικό και υβριστικό
|
|
Από την αρχή ξεκαθαρίζω μια παρεξήγηση: επανάληψη ως φιλμικό γεγονός νοείται
μονάχα όταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης μιας ταινίας ξεπερνάει τη
δεκαπενταετία. Το «Breaking the waves» (Δαμάζοντας τα κύματα) του Λαρς φον
Τρίερ – που επαναπροβάλλεται αυτή την εβδομάδα – έχει τα μισά χρόνια και
κυκλοφορεί ολόφρεσκο στη μνήμη χιλιάδων. Μερικοί μάλιστα εξ αυτών βγήκαν πάνω
σε φορείο.
Πάμε παρακάτω. H δύναμη, το ατού, το πλεονέκτημα και η ιδιαιτερότητα του Τρίερ
είναι η τόλμη του. Το… θράσος του να «πειράζει» όλα τα μοντέλα και όλους
τους θρύλους του παραδοσιακού κινηματογράφου. Μαγκιά του. Με τέτοιες «μαγκιές»
προχωράει η ανθρωπότητα. Αλλιώς θα εξακολουθούσαμε να τρώμε με τα… νύχια.
Πάμε πιο κάτω.
|
«Δαμάζοντας τα κύματα»: Εκτός των άλλων, ο Λαρς φον Τρίερ καθιερώνει δύο νέα σπουδαία ονόματα. Τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ και την Έμιλι Γουότσον
|
Το «waves» είναι ό,τι πιο παράτολμο, αιρετικό και… υβριστικό έγινε ποτέ πάνω
στο είδος του «μελοδράματος». Ο Τρίερ το αποδόμησε, το συνέτριψε και στη
συνέχεια πήρε τα κομμάτια και το ξανάφτιαξε. Δηλαδή – στο θεματικό και
ιδεολογικό επίπεδο – ο συνεκτικός ιστός ενός κλασικού μελοδράματος είναι η…
παρθενιά της Πηνελόπης. Του όποιου ή της όποιας Πηνελόπης. Ο Δανός ανενδοίαστα
και απροκάλυπτα την διακορεύει. Κατ’ εξακολούθησιν και κατά συρροήν. Θυμηθείτε
μόνο το στόρι: εργάτης ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ. Ύστερα από ατύχημα μένει
παράλυτος και σεξουαλικά ανίκανος. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του (και στη
θέση του Τρίερ) θα έβαζε τη γυναίκα του να πολιορκείται από υποψήφιους
μνηστήρες. Κι εκείνη; Δύο τινά θα συνέβαιναν: είτε θα έμενε αμόλυντη και
αφοσιωμένη ή θα σκάρωνε σχέδιο για την εξόντωση του «φυτού». Ο Τρίερ γυρίζει
την πλάτη του σε όλα αυτά και βάζει τον κλινήρη σύζυγο να εκλιπαρεί την…
Πηνελόπη να πάει με όσους άντρες γουστάρει. Το επιμύθιο είναι πεντακάθαρο.
Αγάπη σημαίνει εκχώρηση του είναι μου στον άλλον. Παίρνω ηδονή μέσα από τον
άλλον. Ξέρετε πώς το λένε αυτό; Ιδιοκτησία της… κοινοκτημοσύνης. Είσαι δική
μου, αλλά αφού εγώ δεν μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη, τότε κάποιος άλλος στη
θέση μου μπορεί. Ηδονίζομαι με την ευτυχία σου. Όσοι εξέλαβαν την προτροπή του
εργάτη ως σεξουαλικό βίτσιο είναι… βιτσιόζοι. H θέση του Τρίερ είναι
κρυστάλλινη. Αγάπη και ελευθερία πάνε μαζί.
Ταυτόσημη μ’ αυτή την ιδεολογική θέση είναι η αισθητική… αναρχία. Ο οπτικός
συνεκτικός ιστός κάθε μελοδράματος είναι η ιεράρχηση των σκηνών. H κλασική
αφήγηση. Ο Τρίερ, με τη μηχανή υπό μάλης, «κουνάει» τις εικόνες. Σαν να
πρόκειται περί αληθινού γεγονότος. Όπως ακριβώς συμβαίνει με ντοκιμαντερίστα
την ώρα που οι Ράμπο εισβάλλουν στη Βαγδάτη. Μπλοφάρει; Και ναι και όχι. Ναι,
γιατί το στόρι είναι επινοημένο. Όχι, γιατί κάθε πράξη – και πόσο μάλλον η
ερωτική – είναι πόλεμος. Έφοδος, κατάκτηση, υποχώρηση, παράδοση. Αποτέλεσμα; H
Έμιλι Γουότσον – αυτό το εκπληκτικό βρετανικό «εργαλείο» – παραδίδεται άνευ
όρων. Παραδίδεται στη θέληση του παράλυτου άντρα της. Όχι μόνο γιατί είναι
επιθυμία του, αλλά και γιατί πιστεύει πως είναι… θέλημα Θεού! Εδώ ακριβώς ο
Τρίερ «ενώνει» τον Μαρξ με τον Χριστό. Με υλιστικούς όρους. Προλετάριος
εκείνος, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Μαγδαληνή εκείνη. Με λίγα λόγια,
ούτε Παράδεισος ούτε Κόλαση. Κάτι άλλο. Στην Αγάπη κανόνες δεν χωράνε. Τους
φτιάχνει και τους χαλάει η καρδιά μας. H Αγάπη από μόνη της είναι η υπέρτατη
Ηθική. Πάει τέλειωσε!
Τα Oscar της εβδομάδας
Πειραματικού μελοδράματος: «Δαμάζοντας τα κύματα»
Σκηνοθεσίας: Λαρς φον Τρίερ (των κυμάτων)
Κωμωδίας: «Μια μέρα στον ιππόδρομο»
Ερμηνείας: Έμιλι Γουότσον (επίσης των κυμάτων)
Ζόμπι: «Οι πειρατές της Καραϊβικής»
Διάρκειας… Αγγελόπουλου: Οι πειρατές















