|
|
|
|
Ζητούν μια «εικόνα του μέλλοντος», θέτουν αιτήματα ταυτότητας και νοήματος,
χρειάζονται ερμηνευτικά εργαλεία για να κατανοήσουν τι συμβαίνει γύρω τους,
προκειμένου να μετριάσουν την αβεβαιότητα που κάθε κοινωνία βιώνει σε
ιστορικές φάσεις ραγδαίων αλλαγών, όπως η σημερινή. Αυτά περίπου υποστήριζα
στο προηγούμενο άρθρο (Ευρωπαϊκή εκκρεμής Αριστερά, «ΤΑ ΝΕΑ», 22/6) ξεκινώντας
κάποιες σκέψεις για την πρόσφατη περίοδο που χαρακτηρίστηκε από την επικράτηση
κυβερνήσεων της Αριστεράς στο σύνολο σχεδόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης – περίοδο
που άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και τελειώνει τώρα με μια σειρά
εκλογικών αποτυχιών. Τα κόμματα και οι κυβερνήσεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς
είχαν ικανοποιητικό, ακόμα και σημαντικό έργο με όρους τρέχουσας πολιτικής,
αλλά δεν κατοχυρώθηκαν στη συνείδηση των πολιτών ως μια περίοδος «αριστερής
διακυβέρνησης» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και διακριτή πολιτική ατζέντα.
Εκ προοιμίου να σημειώσουμε ότι η αρχική ώθηση ήταν αδύναμη. Η επικράτηση της
ευρωπαϊκής Αριστεράς στα μέσα της δεκαετίας του ’90 δεν ήταν αποτέλεσμα μιας
βαθύτερης στροφής των κοινωνιών. Επρόκειτο για μια περιορισμένη μετατόπιση των
εκλογικών σωμάτων προς την Κεντροαριστερά είτε λόγω προηγούμενης παρατεταμένης
κυριαρχίας της Δεξιάς (π.χ. Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία) είτε λόγω ανησυχίας
για τις κοινωνικές επιπτώσεις των περιοριστικών πολιτικών που είχαν επιβληθεί
στο πλαίσιο του Μάαστριχτ.
Η ευρωπαϊκή Αριστερά έπρεπε να ανταποκριθεί σε τρεις αλληλένδετες
προκλήσεις: την προσαρμογή της εθνικής οικονομίας στις συνθήκες της
διεθνοποίησης – την προώθηση θεσμών και μορφών δημοκρατικής διακυβέρνησης της
παγκοσμιοποίησης, όπως οι ηγέτες τους διακήρυσσαν, γεγονός που σήμαινε
πρωτίστως οικοδόμηση της πολιτικής Ενωμένης Ευρώπης – την επεξεργασία ενός
ιδεολογικού-προγραμματικού λόγου ικανού να νοηματοδοτήσει τις αλλαγές και να
κινητοποιήσει την μεταρρυθμιστική φαντασία της κοινωνίας των πολιτών. Οι τρεις
προκλήσεις δεν ήταν ομοιότυπες. Ας το πούμε συνοπτικά: η πρώτη απαιτούσε
προσόντα μάνατζερ, οι άλλες δύο προσόντα πολιτικού στρατηγού (για να μην
πούμε, θεμελιωτή Κράτους, σαν τον Πρίγκιπα του Μακιαβέλι). Ο πρώτος στόχος
ανταποκρινόταν περισσότερο στην ιστορική εμπειρία της μεταπολεμικής
Σοσιαλδημοκρατίας, οι άλλοι δύο προσέκρουαν στα ιστορικά όριά της. Δεν είναι
τυχαίο λοιπόν, ότι οι κυβερνήσεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς ανταποκρίθηκαν
περισσότερο στο πρώτο πεδίο (παρά τα μεγάλα προβλήματα), ενώ πολύ λίγα έγιναν
στα άλλα δύο.
Ειδικά στα ζητήματα της στρατηγικής και της ταυτότητας, τα κόμματα της
ευρωπαϊκής Αριστεράς έμειναν αδρανή (από την άλλη, τα απομεινάρια των Κ.Κ.
σημείωσαν σαφή οπισθοδρόμηση). Πιστεύω ότι μία από τις βασικές αιτίες ήταν ότι
τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έπεσαν, κατά κάποιον τρόπο,
θύματα της ιστορικής τους δικαίωσης στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, με
αποτέλεσμα ότι εισήλθαν στη μεταδιπολική εποχή με μια λειψή συνειδητοποίηση
των επιπτώσεων που η πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» είχε και σ’ αυτά. Ο
μεταρρυθμισμός (ρεφορμισμός) είχε δικαιωθεί έναντι της τελεολογίας, του
κρατισμού, της ροπής προς το απόλυτο και την πολιτική παλιγγενεσία που
χαρακτήρισε το κομμουνιστικό κίνημα. Επομένως – έμοιαζε να είναι το συμπέρασμα
της μεταδιπολικής ευρωαριστεράς – δεν είχε παρά να επαναλάβει τον εαυτό του.
Πράγματι, τα κόμματα αυτά (μαζί πλέον με τα μετακομμουνιστικά) αναζήτησαν τον
ιδιαίτερο ρόλο τους στην κριτική των κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων που
δημιουργούσε η παγκοσμιοποίηση, προσπαθώντας να προτείνουν πολιτικές που να
εξισορροπούν τις ανάγκες της ανταγωνιστικότητας και της «κοινωνικής συνοχής».
Όπως και στο παρελθόν (πρακτικά στη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη) έτσι
και τώρα, η δύναμη του μεταρρυθμισμού θα ήταν η οικονομική αναδιανομή και η
πολιτική αντιπροσώπευση των αδύναμων στρωμάτων, η συνεχής διεύρυνση της
δημοκρατικής βάσης της πολιτικής εξουσίας μέσω της ενσωμάτωσης αποκλεισμένων
κοινωνικών τάξεων. Το πλαίσιο αναφοράς ήταν κοινό τόσο για τις «δεξιές» όσο
και τις «αριστερές» τάσεις της ευρωπαϊκής Αριστεράς (περιλαμβανομένων των
Κ.Κ.). Καλά και άγια. Ποιο ήταν όμως το πρόβλημα με αυτό το σχήμα; Το ότι
παραγνώριζε και υποτιμούσε τα «δάνεια» πλεονεκτήματα που είχε πάρει ο
μεταπολεμικός σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός από τον ανταγωνισμό ΗΠΑ –
ΕΣΣΔ, καπιταλισμού – κομμουνισμού. Μέσα σ’ εκείνες τις Συμπληγάδες, ο
σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός αποκτούσε «δανεική» στρατηγική, ταυτότητα
και θεωρία, συγκρινόμενος ή διακρινόμενος από τους δύο μεγάλους πόλους. Ήταν
δημοκρατικότερος του κομμουνισμού, αλλά δικαιότερος του καπιταλισμού, δεν
ήθελε τον σοβιετικό κρατισμό αλλά ούτε τον αμερικανικό φιλελευθερισμό.
Παράλληλα, δεν ήταν αναγκασμένος να επωμιστεί τις ευθύνες κρίσιμων
γεωπολιτικών διλημμάτων, καθώς αναπτύχθηκε στη σκιά της αμερικανικής ομπρέλας.
Με το τέλος όμως του διπολισμού χάθηκε η προστιθέμενη αξία της
μεσότητας και της γεωπολιτικής αθωότητας. Η νέα εποχή δεν ήθελε μόνο την
προσαρμογή του παραδοσιακού μεταρρυθμισμού στις καινούργιες συνθήκες αλλά και
την κάλυψη του ελλείμματος ταυτότητας, στρατηγικής και θεωρίας που είχε
δημιουργηθεί. Μόνο με το πρώτο, η μεταδιπολική ευρωπαϊκή Αριστερά (σχεδόν
ενιαία πλέον) μπορούσε να κυβερνήσει ικανοποιητικά. Χωρίς όμως το δεύτερο δεν
μπορούσε να κερδίσει μια σταθερή ηγεμονία. Όχι τυχαία λοιπόν, η εποχή
καταγράφηκε (παρά την καθιέρωση του ευρώ) σαν μια περίοδος παράλληλων εθνικών
στρατηγικών προσαρμογής στις εξωτερικές επιταγές της διεθνοποίησης, ένας
καταναγκασμός χωρίς ανοίγματα στο μέλλον.
Οι νέες συνθήκες ζητούν περισσότερα από την ευρωπαϊκή Αριστερά. Από εδώ θα
χρειαστεί να συνεχίσουμε.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι πολιτικός επιστήμων, ερευνητής στο Ινστιτούτο
Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.









