|
«Σύντροφος Πούτιν». Επιστροφή στη λογοκρισία
|
Μετά τη φίμωση και των τελευταίων ραδιοτηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας,
με τη μέθοδο της εξαγοράς των κεφαλαίων τους από ανθρώπους του προέδρου
Πούτιν, ήλθε η σειρά των εφημερίδων. Η συνταγή έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε
άλλες χώρες, και ιδιαίτερα στην Κροατία του Φράνγιο Τούτζμαν και στη Σερβία
του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς: πολλαπλασιασμός των αγωγών, που συνοδεύονται με
αστρονομικά πρόστιμα. «Αλλοτε, αναζητούσαν πληρωμένους δολοφόνους για να
σκοτώσουν δημοσιογράφους, σήμερα τους φιμώνουν διά της νομικής οδού»,
καταγγέλλει ο Όλεγκ Πανφίλοφ, επικεφαλής μιας οργάνωσης αρωγής των
δημοσιογράφων.
Οι αγωγές κατά των εφημερίδων συσσωρεύονται. Κύριος στόχος είναι τα έντυπα του
εκπεσόντος ολιγάρχη Μπόρις Μπερεζόφσκι, αλλά και γενικότερα εφημερίδες που
μιλούν για διαφθορά και ανθρώπινα δικαιώματα, στοιχεία που τις ξεχωρίζουν από
τον φιλοκυβερνητικό Τύπο.
Η πρώτη εφημερίδα που έπεσε θύμα αυτού του κύματος διώξεων είναι η «Νοβάγια
Γκαζέτα» και δεν ανήκει στον Μπερεζόφσκι. Αυτή η εφημερίδα, που κυκλοφορεί δύο
φορές την εβδομάδα και έχει στις τάξεις της την Άννα Πολιτκόφσκαγια, τη μόνη
Ρωσίδα δημοσιογράφο που έχει κάνει ρεπορτάζ στην Τσετσενία και έχει μιλήσει
για τις ακρότητες του ρωσικού στρατού, καταδικάστηκε σε πρόστιμο 1,79
εκατομμυρίων ευρώ για δυσφήμιση ενός δικαστή. Αν η ποινή αυτή επικυρωθεί, η
εφημερίδα θα αναγκαστεί να κλείσει. Όσο για τον συντάκτη του άρθρου, τον
Σεργκέι Ζολόβκιν, αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του ύστερα από απόπειρα
δολοφονίας του.
Δεκάδες δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί τα δέκα τελευταία χρόνια στη Ρωσία, οι
περισσότεροι στην επαρχία. Την περασμένη Τρίτη, η αστυνομία ανακάλυψε το πτώμα
ενός δημοσιογράφου από το Σμολένσκ, ο οποίος πραγματοποιούσε έρευνες για τους
κύκλους του εγκλήματος. Τον περασμένο μήνα, έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης
και μια δημοσιογράφος του οικονομικού ρεπορτάζ από το Ροστόφ-να-Ντονού.
Θύμα δίωξης έχει πέσει και η μεγάλη καθημερινή εφημερίδα «Νεζαβισίμαγια
Γκαζέτα», κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο Μπερεζόφσκι. Η εφημερίδα
δημοσίευσε άρθρο ενός εξωτερικού συνεργάτη, ο οποίος ανέλυε μια απόπειρα
εξαγοράς ενός δικαστή της Μόσχας σε μια υπόθεση της Μαφίας. Ο αρχισυντάκτης
της εφημερίδας Ιγκόρ Ζοτόφ κινδυνεύει τώρα να καταδικαστεί σε τέσσερα χρόνια
φυλακή.
Απέναντι σ’αυτό το όπλο της εξουσίας, οι ρωσικές εφημερίδες δεν μπορούν να
αντιδράσουν, πόσο μάλλον που η κυκλοφορία τους είναι δέκα φορές μικρότερη απ’
ό,τι κατά τη σοβιετική περίοδο. Και οι υποθέσεις για τις οποίες σύρονται στα
δικαστήρια είναι συχνά σκοτεινές. Η «Νεζαβισίμαγια Γκαζέτα», για παράδειγμα,
ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τον συντάκτη του επίμαχου άρθρου. Καθώς δεν
μπορούν να ζήσουν από τις διαφημίσεις, οι εφημερίδες δημοσιεύουν συχνά άρθρα
που έχουν πληρώσει μεσάζοντες. «Είμαι αναγκασμένη να κάνω τον ντετέκτιβ
προσπαθώντας να μάθω ποιος είναι ο συντάκτης κάθε άρθρου και να αποδείξω αυτά
που γράφει», λέει η διευθύντρια σύνταξης της εφημερίδας Τατιάνα Κοτσκάρεβα,
που δεν κρύβει τον φόβο της μήπως επιστρέψει ο ρωσικός Τύπος στις ημέρες του
σοβιετικού καθεστώτος.








