|
|
Τι γυρεύει η Σοφοκλέους μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων; Ό,τι
γυρεύει και εκείνο της Αυστρίας, της Νορβηγίας και της Πορτογαλίας, τα οποία
είναι από 3,2 έως 1,6 φορές μικρότερα από το ελληνικό. Και αυτό όσον αφορά
μόνο το μέγεθος της ελληνικής αγοράς μετοχών, διότι αν συγκριθεί με άλλες
ευρωπαϊκές, τότε, πράγματι, η Σοφοκλέους μοιάζει με κουκκίδα. Ενδεικτικά
αναφέρεται ότι το ελληνικό Χρηματιστήριο είναι μικρότερο κατά 92,28 φορές από
την ευρωπαϊκή αγορά. Η σχέση αυτή αντιστοιχεί στο 1% της ευρωπαϊκής αγοράς.
Επίσης, το ελληνικό Χρηματιστήριο είναι κατά 14,1 φορές μικρότερο από εκείνο
της Γαλλίας, κατά 11,8 φορές μικρότερο σε σύγκριση με εκείνο της Γερμανίας και
κατά 27,9 φορές μικρότερο σε σχέση με το χρηματιστήριο της Αγγλίας.
Το παρήγορο είναι ότι υπάρχουν και μερικά άλλα μικρότερα. Όσον αφορά τις
αποδόσεις, το αισιόδοξο είναι ότι από το 1997 βρίσκεται στις τρεις πρώτες
θέσεις. Το απαισιόδοξο, όμως, είναι ότι φέτος βρίσκεται στην τελευταία θέση.
Από την άλλη, όμως, το ελληνικό Χρηματιστήριο είναι μεταξύ των φθηνότερων με
βάση τον λόγο τιμής προς κέρδη.
Επίσης, η Σοφοκλέους πραγματοποιεί περίπου το 7% του τζίρου της Γερμανίας και
της Γαλλίας, το 5% της Αγγλίας και το 165% του τζίρου της Πορτογαλίας. Με
εξαίρεση όμως την Αγγλία, στην Ελλάδα υπάρχουν οι περισσότερες
χρηματιστηριακές εταιρείες, σύμφωνα με το επίπεδο του τζίρου και τον αριθμό
των μελών που μπορούν να κάνουν συναλλαγές με μετοχές.
Όσον αφορά τις αποδόσεις, το 2000 ήταν μία από τις χειρότερες χρηματιστηριακές
χρονιές της τελευταίας εικοσαετίας. Ο Γενικός Δείκτης από τις αρχές του 2000
έως τις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους μειώθηκε κατά 38,61%. Η πτώση αυτή ήταν
η μεγαλύτερη, αφού ξεπέρασε και εκείνη του 1983. Τότε ο Γενικός Δείκτης είχε
μειωθεί κατά 37,64%. Και όλα αυτά, ύστερα από ένα υπέρθερμο χρηματιστηριακό
1999, κατά τη διάρκεια του οποίου το γενικό επίπεδο τιμών αυξήθηκε κατά
102,19%.
Από το 1980, ο Γενικός Δείκτης σημείωσε πτώσεις το 1981 (-13,41%), το 1983
(-37,64%), το 1991 (-15,79%), το 1992 (-15,96%), το 1994 (-9,37%) και το 2000
(-38,61%). Από την άλλη, σε επίπεδο δεκαετίας, το 1999 δεν ήταν και το πιο
κερδοφόρο. Για παράδειγμα, το 1987 ο Γενικός Δείκτης αυξήθηκε κατά 162,34% και
το 1990 κατά 106,78%, ενώ από το 1987 έως το 1990 η αύξηση υπολογίζεται σε
233%. Βέβαια, τα κέρδη της δεκαετίας (1980-2000) ανέρχονται σε 3.297,9% ή σε
157% τον χρόνο κατά μέσο όρο.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από πρόσφατες εκθέσεις της Federation of European
Stock Exchanes, της Salomon Smith Barney, του ΣΜΕΧΑ και του Χρηματιστηρίου
Αξιών Αθηνών. Η διόρθωση, όμως, που πραγματοποιήθηκε το 2000 δημιουργεί
καλύτερες προϋποθέσεις για ανάκαμψη το 2001. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με
την ελκυστικότητα της Σοφοκλέους με βάση τον δείκτη τιμής προς κέρδη κάνει
τους αναλυτές ακόμη πιο αισιόδοξους. Σημειώνεται ότι ο λόγος τιμής προς κέρδη
(Ρ/Ε) της Σοφοκλέους είναι ο δεύτερος φθηνότερος στον κόσμο μεταξύ των
ανεπτυγμένων αγορών.
Για παράδειγμα, ο λόγος τιμής προς κέρδη της Σοφοκλέους είναι στο 15,9, όταν
στην Ευρώπη είναι 25,1 και στη ζώνη του ευρώ είναι 27,7. Στη Γερμανία είναι
23,8 και στη Γαλλία είναι 33,3. Το πιο φθηνό χρηματιστήριο είναι εκείνο της
Αυστρίας με λόγο τιμής προς κέρδη (Ρ/Ε) 15,6.
Σε «διακλαδικό» και σε «διαεταιρικό» επίπεδο, η Σοφοκλέους εμφανίζει ακόμη
καλύτερη εικόνα, αλλά… σε επιλεγμένες εταιρείες. Οι εταιρείες αυτές
εμφανίζουν χαμηλούς λόγους τιμής προς κέρδη. Όπως, όμως, επισημαίνουν οι
ειδικοί, ακόμη και αν μια ελληνική εταιρεία εμφανίζει «χειρότερους» δείκτες
από μια ευρωπαϊκή, αυτό δεν σημαίνει απόλυτα ότι είναι σε χειρότερη θέση. Και
αυτό, εξηγούν οι ίδιοι, διότι τα περιθώρια ανάπτυξης των ελληνικών
επιχειρήσεων, των κλάδων και της οικονομίας είναι μεγαλύτερα. Έτσι, σημαντικό
ρόλο παίζουν ακόμη η θέση της εταιρείας στον κλάδο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και
το σημείο κορεσμού της εγχώριας αγοράς. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες βρίσκονται πιο
κοντά στο σημείο κορεσμού των εθνικών αγορών από ό,τι οι ελληνικές.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Χρηματιστηριακής, οι προοπτικές της
Σοφοκλέους το 2001 είναι αισιόδοξες. Θετικές είναι οι προβλέψεις και για τα
επόμενα χρόνια. Και αυτό, διότι έχει συντελεστεί ήδη μεγάλη διόρθωση στις
τιμές των μετοχών και ιδίως σε εκείνες των εταιρειών μεγάλης κεφαλαιοποίησης,
ενώ παρατηρείται στροφή του επενδυτικού ενδιαφέροντος σε μετοχές μεγάλων
εταιρειών και με υγιή θεμελιώδη μεγέθη. Παράλληλα, οι αποτιμήσεις των
ελληνικών μετοχών είναι ελκυστικότερες από τις αντίστοιχες στην Ευρώπη, ενώ
προχωρεί με ταχείς ρυθμούς ο θεσμικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής
κεφαλαιαγοράς. Επίσης, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας είναι ιδιαίτερα
θετικές για τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με την έκθεση της Εθνικής Χρηματιστηριακής, «μετά τη διόρθωση της
αγοράς από τα ιστορικά υψηλά του Σεπτεμβρίου 1999, αξιολογούμε ως ελκυστικές
τις τρέχουσες αποτιμήσεις των περισσότερων εταιρειών μεγάλης κεφαλαιοποίησης
και επιλεγμένων εταιρειών μεσαίας κεφαλαιοποίησης». Παράλληλα, το Γ’ ΚΠΣ θα
χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις συνολικού ύψους 12 τρισ. δραχμών (30% του ΑΕΠ)
ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αύξηση του εισοδήματος και βελτιώνοντας την
εγχώρια υποδομή στα επόμενα 6 χρόνια.
Στο μεταξύ, η σημαντική αποκλιμάκωση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων αναμένεται
να αναζωπυρώσει το επενδυτικό ενδιαφέρον για μετοχές. Εξάλλου, ήδη τα λεγόμενα
βαριά χαρτιά (blue chips) διαπραγματεύονται σε χαμηλότερες αποτιμήσεις
συγκριτικά με άλλες ώριμες αγορές. Αναφερόμενη η Εθνική Χρηματιστηριακή σε
συγκεκριμένους κλάδους επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «επιλέγουμε τις μεγάλες
τράπεζες», διευκρινίζοντας ότι βραχυπρόθεσμα η Εθνική Τράπεζα, η Alpha Bank, η
EFG Eurobank Ergasias «μαζί με τη μικρότερη Τράπεζα Πειραιώς θα επικεντρώσουν
τις προσπάθειές τους προς τη λειτουργική ενσωμάτωση των πρόσφατων εξαγορών
τους. Μεσοπρόθεσμα δεν αποκλείεται ένα ακόμη μεγάλο βήμα προς την ανάδειξη της
κυρίαρχης τράπεζας στην εγχώρια αγορά».
Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών, υποστηρίζει η ίδια έκθεση, κυριαρχείται από τον
ΟΤΕ και την Panafon. Ο ΟΤΕ έχει πρόσφατα προχωρήσει σε αναδιάρθρωση της
διοίκησής του με σκοπό τη βελτίωση της εταιρικής λειτουργίας του. Η Εθνική
Χρηματιστηριακή εκτός από τις μεγάλες τράπεζες επιλέγει «τον ΟΤΕ και την Panafon».








