Η ασφάλεια των μεταγγίσεων θα ήταν απόλυτη αν εφαρμοζόταν ευρέως μια ειδική
εργαστηριακή εξέταση που μπορεί να ανιχνεύσει τον ιό του AIDS μέσα σε λίγες
ώρες από την πιθανή μόλυνση ενός αιμοδότη. Όμως η εξέταση αυτή κοστίζει πολύ
σε χρόνο και σε χρήμα και γι’ αυτό δεν εφαρμόζεται για μαζικό έλεγχο του
μεταγγιζόμενου αίματος, με επακόλουθο να υπάρχει πάντοτε μία πιθανότητα στο
εκατομμύριο να μεταγγισθεί μολυσμένο αίμα. Οι ειδικοί είναι κατηγορηματικοί
όταν μιλούν για το PCR: η εξέταση αυτή θα μπορούσε να εκμηδενίσει το «σιωπηρό
παράθυρο» το χρονικό διάστημα δηλαδή που μεσολαβεί από τη μόλυνση με τον ιό
του AIDS έως τη στιγμή που έχουν παραχθεί στον οργανισμό αρκετά αντισώματα,
ώστε να είναι δυνατή η ανίχνευσή του. Το «παράθυρο» είναι σήμερα 4-6 εβδομάδες
και είναι αυτό που ευθύνεται για τη μόλυνση του νεογέννητου βρέφους στο
Μαιευτήριο Έλενα και της 71χρονης δασκάλας στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Όπως είπε στα
«ΝΕΑ» ο κ. Θεόδωρος Σπανός, διευθυντής του Τμήματος Αιμοδοσίας του Νοσοκομείου
Παίδων «Αγία Σοφία», «το PCR είναι μία μέθοδος ελέγχου του γενετικού υλικού
για να εξακριβωθεί η «ταυτότητά» του επομένως ανιχνεύει ιούς και όχι
αντισώματα. Η μέθοδος αυτή είναι αλάνθαστη όταν γίνεται σωστά και θα μπορούσε
να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο του αίματος. Ωστόσο, έχει τρία σημαντικά
μειονεκτήματα που καθιστούν, προς το παρόν, τη μαζική χρήση της απαγορευτική
όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά παγκοσμίως».
24-30 ώρες
Όπως εξηγεί ο κ. Σπανός, «για να ολοκληρωθεί το PCR απαιτούνται 24-30 ώρες
συνεχούς εργασίας από τρεις εξειδικευμένους εργαζομένους έναν καλό
παρασκευαστή, ένα βιολόγο και έναν ειδικό στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Δεύτερον, το κόστος του είναι μεγάλο, αφού μόνο το απαραίτητο για την εκτέλεσή
του αντιδραστήριο κοστίζει 35.000-40.000 δραχμές για να ελεγχθούν, συνεπώς,
όλες οι μονάδες αίματος στη χώρα μας για AIDS και ηπατίτιδα θα χρειάζονταν
ετησίως 100-150 δισεκατομμύρια δραχμές. Και τρίτον, ο όγκος του αίματος από
τις αιμοδοσίες είναι τέτοιος, που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν ένα-ένα όλα
τα δείγματα, ενώ μείζον ερώτημα είναι τι θα κάνει κανείς τα έντονα λοιμογόνα
λύματα που παράγονται κατά την εκτέλεση της εξέτασης».
«Πουθενά στον κόσμο δεν χρησιμοποιείται μαζικά το PCR, λόγω του οικονομικού
κόστους και των τεχνολογικών δυσκολιών στην εφαρμογή του», μας είπε ο κ.
Άγγελος Χατζάκης, καθηγητής Επιδημιολογίας και ειδικός στην έρευνα για το
AIDS. «Η τεχνολογία, όμως, εξελίσσεται διαρκώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει
ήδη αρχίσει συζήτηση μεταξύ των Υπηρεσιών Αιμοδοσίας των κρατών-μελών, ώστε
μέσα στα δύο επόμενα χρόνια να γίνει δυνατή η μαζική χρησιμοποίησή του. Όχι,
όμως, με έλεγχο κάθε μονάδας αίματος ξεχωριστά, αλλά με ταυτόχρονο έλεγχο
πολλών (pool), χωρίς πάντως να έχει ακόμα αποφασισθεί πόσες μονάδες αίματος θα
ελέγχονται με μία και μόνη εξέταση».
Η πιθανότητα να μεταγγισθεί μολυσμένο με τον ιό του AIDS αίμα σε έναν ασθενή
«ενυπάρχει σε όλες τις ιατρικές, θεραπευτικές μεθόδους», μας είπε ο κ. Χάρης
Πολίτης, νομικός σύμβουλος του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων. «Σε αυτό
οφείλονται οι περιπτώσεις του “Έλενας” και του Λαϊκού και όχι σε λάθος της
διαδικασίας, αφού στη χώρα μας ο έλεγχος του αίματος γίνεται με τον καλύτερο
δυνατό τρόπο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον εργαστηριακό έλεγχο με την
παγκοσμίως αναγνωρισμένη μέθοδο Elisa, αλλά και στο ειδικό ερωτηματολόγιο που
συμπληρώνουν οι αιμοδότες πριν δώσουν αίμα και βάση του οποίου αποκλείονται
άτομα με επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά. Γι’ αυτό και ο επιπολασμός της
νόσου έχει κρατηθεί στη χώρα μας σε πολύ χαμηλά επίπεδα».







