«Η χειρότερη, η πιο δραματική, θα έλεγα, θέση στην οποία μπορεί να βρεθεί ο

άνθρωπος στη ζωή του ­ με εξαίρεση βεβαίως την περίπτωση του αγώνα ζωής και

θανάτου ­ είναι η θέση του κατηγορουμένου. Ιδιαίτερα μάλιστα αν κατηγορείται

για σοβαρά αδικήματα. Αποτελεί δε κανόνα στις περιπτώσεις των εγκλημάτων που

έχουν τελεστεί με τη συμμετοχή περισσοτέρων, η προσπάθεια καθενός

κατηγορουμένου να ρίξει τις ευθύνες στον άλλον, η προσπάθεια για ελάφρυνση της

θέσης του. Εξαίρεση αποτέλεσε, και πραγματικά μεγάλη εντύπωση μου έκανε, η

περίπτωση της Ελένης Μπόρα, η οποία το καλοκαίρι του 1994 κατηγορήθηκε για

υπεξαίρεση ποσού 67.000.000 δρχ. περίπου από την Τράπεζα Πίστεως. Αυτή, τόσο

κατά το στάδιο της ανάκρισης που διενήργησα για τη συγκεκριμένη υπόθεση όσο

και στο ακροατήριο, αρνήθηκε μέχρι τέλους ­ απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω ­ τη

συμμετοχή του φίλου της και συνεργού της στην εκτέλεση της παραπάνω πράξης.

Δεν είπε ποτέ έστω και μία κακή κουβέντα, για τον άνθρωπο χάριν του οποίου,

όπως προέκυπτε από τα στοιχεία της ανάκρισης, προέβη σε μια τόσο απονενοημένη

πράξη. Και ενήργησε έτσι, παρά τις αντίθετες συμβουλές τού τότε συνηγόρου

υπεράσπισής της, να κατονομάσει τον συνεργό της και να αναφέρει τους λόγους

για τους οποίους έφτασε στο σημείο αυτό.

Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν στοιχεία, όπως το βίντεο από το κλειστό

κύκλωμα, όπου είχαν καταγραφεί οι κινήσεις του. Αντιθέτως εκείνος, ο οποίος

αρχικά εξετάστηκε ως μάρτυρας και στη συνέχεια απαγγέλθηκε κατηγορία εναντίον

του, ηρνείτο από την αρχή έως το τέλος, διαχωρίζοντας σαφώς τη θέση του από

εκείνην της φίλης του, έστω και αν είχε διαπράξει το αδίκημα για χάρη του.

Εμφανιζόταν ως μη έχων καμιά σχέση με την υπόθεση, αφήνοντας την Ελένη Μπόρα

να σηκώσει μόνη της όλο το βάρος.

Βεβαίως, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος παραδέχθηκαν πως διατηρούσαν ερωτική σχέση».

Ο κατηγορούμενος κάθεται στη μια άκρη του εδωλίου και η συγκατηγορουμένη του

στην άλλη. Ανάμεσά τους έχει θρονιαστεί το… μίσος. Αυτοί, που ως «διαβολικοί

εραστές» ή «ζευγάρι δολοφόνων» ή, τέλος πάντων, όπως μπορούν να χαρακτηριστούν

δύο άνθρωποι οι οποίοι, με κινητήρια δύναμη τον έρωτά τους, διαπράττουν ένα

έγκλημα, τώρα δεν ανταλλάσσουν κουβέντα. Στρέφουν το βλέμμα τους μόνον εκεί

όπου δεν κινδυνεύει να διασταυρωθεί με τη ματιά του άλλου ενώ, πριν από λίγο

καιρό, αυτό μόνο επιζητούσαν.

Η στιγμή της σύλληψής τους, της αποκάλυψης της παράνομης δραστηριότητάς τους,

υπήρξε καταλυτική. Η αγάπη τους άντεξε έως εκεί. Είτε γιατί οι λόγοι

σκοπιμότητας που ενδεχομένως τους είχαν ενώσει έπαψαν να υφίστανται είτε

επειδή κανείς από τους δύο δεν είχε τη δύναμη να πάρει όλο το βάρος πάνω του,

με αποτέλεσμα να προδώσει και τον άλλο.

Τσακωμένοι στο εδώλιο

Είναι πλέον κανόνας: τα ζεύγη δραστών, είτε πρόκειται για εραστές είτε για

φίλους ­ του ιδίου ή όχι φύλου ­ στο δικαστήριο εμφανίζονται πάντα τσακωμένοι.

Μόνο στις υποθέσεις «τρομοκρατίας» οι από ετών σύντροφοι αλληλοϋποστηρίζονται

ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, έστω κι αν με το πέρασμα του χρόνου οι

σχέσεις τους έχουν πάρει άλλη μορφή.

Από τα πιο γνωστά ζευγάρια που έχουν απασχολήσει τη Δικαιοσύνη είναι η Κάτια

Κολιτσοπούλου και ο Γιάννης Σγουρίδης. Ο δεύτερος δολοφόνησε τον σύζυγο της

αγαπημένης του για να ζήσουν μαζί τον έρωτά τους. Μόλις όμως συνελήφθη

κατονόμασε ως ηθική αυτουργό την Κάτια, που έως εκείνη τη στιγμή εμφανιζόταν

κλαίουσα για το κακό που την βρήκε. Η ίδια ουδέποτε παραδέχθηκε την ανάμειξή

της. Επέρριψε όλες τις ευθύνες στον νεαρό, ενώ συγχρόνως αρνήθηκε και τη σχέση τους.

Ίδια στάση

Την ίδια στάση κράτησαν, μετά την αποκάλυψη της πράξης τους, η υπάλληλος της

Τράπεζας Πίστεως Ελένη Μπόρα και ο φίλος της Χρύσανθος Λανταβός. Η κοπέλα

έκανε την κατάχρηση για χάρη του αγαπημένου της, ο οποίος όχι μόνο δεν την

στήριξε, αλλά αποποιήθηκε κάθε συμμετοχή.

Αντίθετα, σε υποθέσεις με κατηγορούμενους αναρχικούς ή «συνήθεις υπόπτους»,

ουδέποτε έχει παρατηρηθεί διάσπαση. Πρόσφατο παράδειγμα… ενότητας, ο Γιώργος

Μπαλάφας και η Βασιλική Μίχου, οι οποίοι από τη στιγμή της σύλληψής τους μέχρι

σήμερα στηρίζουν ο ένας τον άλλον στα καλά και τα άσχημα.

Φαίνεται, πάντως, πως αν οι δεσμοί έρωτα και φιλίας ενισχύονται στην

παρανομία, καταλύονται αυτομάτως μόλις αρχίσουν τα δύσκολα. Τότε ο καθένας

προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του, διαγράφοντας το παρελθόν.


Ελπίδα Βάθη – Γιάννης Μικέλης: όταν αποφάσισαν να γίνουν δολοφόνοι, δεν είχαν διαφωνίες

Υπήρξαν ζευγάρι. Μαζί κατέστρωσαν το σχέδιο μιας άγριας δολοφονίας. Ο Γιάννης

Μικέλης αφαίρεσε τη ζωή της 72χρονης Μοσχούλας Βάθη, μέσα στο σπίτι της, στην

Πλάκα. Ήταν 25η Μαρτίου του 1989, όταν ο 37χρονος υποσμηναγός εκτέλεσε το

σχέδιο της φίλης του, Ελπίδας Βάθη, σκοτώνοντας τη μητέρα της.

Το προηγούμενο βράδυ γιαγιά, κόρη και εγγονός είχαν πάει σε ταβέρνα της

Πλάκας. Ο δράστης περίμενε το υποψήφιο θύμα στο σπίτι. Το μεσημέρι της

επομένης η Ελπίδα Βάθη, ο γιος της, καθώς και ο αδελφός της άτυχης γυναίκας με

τη σύζυγό του, την αναζήτησαν στο διαμέρισμά της. Είχαν ανησυχήσει (σ.σ. οι

δύο τελευταίοι σοβαρά) λόγω απουσίας της από το μνημόσυνο της αγαπημένης της

οικιακής βοηθού.

Η γυναίκα ήταν νεκρή. Το έγκλημα όμως παρέμεινε επί πέντε ημέρες ανεξιχνίαστο.

Οι δικοί της άνθρωποι, η κόρη και ο εγγονός της, δεν μπορούσαν να συμβάλουν

στις έρευνες. Δεν υποπτεύονταν κανέναν, όπως έλεγαν. Ωστόσο οι αστυνομικοί,

αφού απέκλεισαν το ενδεχόμενο της ληστείας, είχαν βάσιμες υποψίες πως τα δύο

αυτά πρόσωπα είχαν σοβαρή εμπλοκή στη δολοφονία. Τους πίεσαν πολύ. Τελικά

μητέρα και γιος ομολόγησαν, κατονομάζοντας ως αυτουργό τον Γιάννη Μικέλη.

Ο υποσμηναγός, που δεν ζει πια, αρνήθηκε με σθένος. Έξι χρόνια αργότερα, όταν

οι τρεις τους κάθισαν στο εδώλιο του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας, οι

ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Ο Μικέλης ομολόγησε την πράξη του, ισχυριζόμενος πως

δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τη γυναίκα. Μητέρα και γιος τότε αρνήθηκαν.

Το δικαστήριο επέβαλε στην Ελπίδα Βάθη και τον Γιάννη Μικέλη την ποινή της

ισόβιας κάθειρξης. Στον νεαρό, «το δεύτερο θύμα αυτής της υπόθεσης», όπως είχε

τονίσει ο εισαγγελέας της έδρας, αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά και μειώθηκε η

πρωτόδικη ποινή του σε κάθειρξη 10 χρόνων.

Αυτοί που κάποτε αγαπήθηκαν και ένωσαν τις… δυνάμεις τους για να αφαιρέσουν

τη ζωή της πλούσιας χήρας, δεν απέδειξαν στο δικαστήριο τον έρωτά τους. Με

διαφορετική υπερασπιστική γραμμή και εχθρική στάση παρακολούθησαν όλη τη δίκη.

Ο Μικέλης, που αρχικά είχε αρνηθεί, ομολόγησε στη συνέχεια. Είπε ότι ήθελε να

κάνει το χατίρι της αγαπημένης του. Ελπίζοντας ίσως πως κι εκείνη θα τον στήριζε.

Η Ελπίδα Βάθη δεν το έκανε. Αγωνίστηκε όμως με πάθος για να σώσει τον γιο της,

ο οποίος ενεπλάκη σ’ αυτή την υπόθεση εξ αιτίας της. Ο νεαρός κατηγορήθηκε

επειδή γνώριζε και τα σχέδια για τη δολοφονία της γιαγιάς του, αλλά και την

εκτέλεσή τους. Δεν είχε ωστόσο το κουράγιο να καταδώσει τη μητέρα του ούτε και

τη δύναμη να τη μεταπείσει.

Όλα έγιναν για το χρήμα. Η Ελπίδα Βάθη βιαζόταν να πάρει στα χέρια της την

περιουσία της μητέρας της. Σήμερα βρίσκεται ακόμη στη φυλακή, απ’ όπου της

χορηγούνται πενθήμερες άδειες. Ο γιος της είναι πλέον ελεύθερος και ο Γιάννης

Μικέλης νεκρός.


Ασημάκης Κατσούλας, Μανώλης Δημητροκάλης, Δήμητρα Μαργέτη: Κάποτε ήταν αχώριστοι…

Ήταν μια παρέα νέων παιδιών που δεν τους έλειπε τίποτε. Γόνοι σωστών

οικογενειών, ωραίοι, υγιείς. Τα… παιχνίδια τους όμως προκάλεσαν τέτοια φρίκη

στην κοινή γνώμη, που, σήμερα, 6 χρόνια μετά την αποκάλυψη της δραστηριότητάς

τους, όλοι τους θυμούνται με αποστροφή.

Τα μέλη της συντροφιάς των σατανιστών δεν ήταν μόνο φίλοι. Οι δύο

πρωταγωνιστές, ο Ασημάκης Κατσούλας, ο Μανώλης Δημητροκάλης είχαν ερωτική

σχέση με τη Δήμητρα Μαργέτη. Όχι παράλληλα. Αρχικά ο Δημητροκάλης και στη

συνέχεια ο Κατσούλας. Όπως και να διαμορφώνονταν ωστόσο οι σχέσεις τους ως

προς τον ερωτικό τομέα, ουδέποτε διαταράχθηκε η ενότητα της παρέας. Όλοι μαζί

κατόρθωσαν να διαπράξουν τα φρικιαστικά εγκλήματά τους, χωρίς ­ επί ενάμιση

χρόνο ­ να γίνουν αντιληπτοί.

Στο έγκλημα έφτασαν οι νεαροί σατανιστές τον Αύγουστο του 1992. Πρώτο θύμα

τους η 14χρονη Δώρα Συροπούλου, ένα ανυποψίαστο κοριτσάκι που πείστηκε από τον

Κατσούλα να μυηθεί στις τελετές μαύρης μαγείας. Η Δήμητρα Μαργέτη ενέπνευσε

εμπιστοσύνη στη μικρή και, μαζί με τον Δημητροκάλη, οδήγησαν τη 14χρονη σε

ερημική περιοχή του Κορωπίου όπου, αφού την έγδυσαν, τη χτύπησαν στο κεφάλι

και μετά τη στραγγάλισαν. Πάνω στο άψυχο κορμί του κοριτσιού ο Κατσούλας

ασέλγησε. Πριν απομακρυνθεί η παρέα από τον τόπο του εγκλήματος, ο αρχηγός

περιέλουσε το σώμα της Δώρας με βενζίνη και άναψε φωτιά. Τα… ίχνη

εξαφανίστηκαν. Μαζί μ’ αυτά κάηκαν και 860 στρέμματα δάσους!

Λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1993 ο Κατσούλας και ο Δημητροκάλης

αποφάσισαν να προσφέρουν ως δώρο στους δαίμονες μια κοπέλα που θα έβρισκαν

τυχαία στον δρόμο. Η Γαρυφαλιά Γιούργα περίμενε στη στάση του λεωφορείου επί

της Λεωφόρου Μαραθώνος. Ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν οι δύο φίλοι,

σταμάτησε δίπλα της. Ο οδηγός και ο συνοδηγός της δήλωσαν πως είναι

αστυνομικοί και της ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο τμήμα. Η κοπέλα, για κακή

της τύχη, μπήκε στο αυτοκίνητο και ακολούθησε την πορεία προς τον θάνατό

της… Ένα μαρτυρικό θάνατο, παρόμοιο μ’ εκείνο που επεφύλαξαν οι δύο

συνεργάτες στη μικρή Δώρα.

Δεκαοκτώ μήνες μετά τη σύλληψή τους τα οκτώ μέλη της συμμορίας κάθισαν στο

εδώλιο του κατηγορουμένου με βαριές κατηγορίες. Τίποτε δεν πρόδιδε τις στενές

σχέσεις που είχαν στο παρελθόν. Δεν αντάλλαξαν ούτε ένα βλέμμα κατά τη

διάρκεια της δίκης. Η προσπάθεια του καθενός ξεχωριστά να αποδείξει την…

αθωότητά του, συνέβαλε ­ όπως πάντα ­ στην ενοχοποίηση των άλλων. Η φιλία, η

εγκληματική δραστηριότητα που είχαν αναπτύξει αλληλοστηριζόμενοι, είχε πλέον

ξεχαστεί. Εκείνη την ώρα προείχαν άλλα. Οι… ατομικές ανάγκες που προκύπτουν

στα δύσκολα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.