|
|
Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας για τη νέα δομή του ΝΑΤΟ διάχυτη είναι η
πεποίθηση ότι υπάρχει ένα σημαντικό «έλλειμμα» σοβαρότητας, ένα «χρέος»
ανευθυνότητας και ένας «πληθωρισμός» ρητορικών εξάρσεων. Και το χειρότερο:
Αυτό το «έλλειμμα», αυτό το «χρέος» και αυτό τον «πληθωρισμό», κανένα
«κριτήριο του Μάαστριχτ» δεν μας υποχρεώνει να καταπολεμήσουμε…
ΔΕΝ αναφερόμαστε στις δημόσιες διαφωνίες υπουργών. Τέτοια φαινόμενα είναι
συνηθισμένα και αποτελούν φυσιολογικές «τριβές» στο πλαίσιο του σύγχρονου
κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Αναφερόμαστε στον συλλογικό χειρισμό του
θέματος από την κυβέρνηση πριν υπογράψει και αφότου υπέγραψε:
* Ήταν λανθασμένος ο τρόπος που προβλήθηκε το θέμα: Οι σοβαρότεροι
κυβερνητικοί παράγοντες υποστηρίζουν κατ’ ιδίαν ότι υπήρχε ένα σοβαρό και
χρόνιο αδιέξοδο, που δεν μπορούσε να διαιωνίζεται άλλο και επελέγη, τελικώς,
το «μικρότερο κακό». Πιθανόν να έχουν δίκιο. Μόνο που προς τα έξω δεν λέγεται
αυτό ακούσαμε θριαμβολογίες για… περηφανή νίκη! Ή περίπου…
* Ήταν σφάλμα που η όλη υπόθεση εξελίχθη σε «ενδοκυβερνητικό καβγά». Όλες οι
δημοκρατικές κυβερνήσεις που βρίσκονται σε διαπραγμάτευση, αξιοποιούν,
εκμεταλλεύονται πολλές φορές και υποδαυλίζουν εσωτερικές διαφωνίες, για να
ενισχύσουν τη θέση τους στο εξωτερικό. Μία κυβέρνηση που διαπραγματεύεται υπό
εξωτερική πίεση, χρειάζεται μιαν «αντίρροπη πίεση» από το εσωτερικό της, για
να μπορέσει να ισορροπήσει κάπου στη μέση. Ώστε να επικαλείται τις εσωτερικές
αντιστάσεις για να διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της προς τα έξω. Και τελικά,
να «δώσει» όσο το δυνατόν λιγότερα, αποσπώντας όσο το δυνατόν περισσότερα
ανταλλάγματα. Εμείς, αντί να χρησιμοποιούμε τις εσωτερικές αντιστάσεις για να
εξουδετερώσουμε τις εξωτερικές πιέσεις, κάνουμε το ανάποδο: εν ονόματι των
«εξωτερικών πιέσεων» προσπαθούμε να καταστείλουμε τις εσωτερικές αντιστάσεις…
* Είναι ανακριβές ότι αν αρνιόμασταν τη νέα δομή του ΝΑΤΟ, θα
«απομονωνόμασταν» διεθνώς. Η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ ήταν διαλυμένη
εξαιτίας των ελληνοτουρκικών διαφορών σε πολύ δυσκολότερες εποχές ήδη από το
1974, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, όταν την τοπική «ενδοσυμμαχική» διαμάχη
μπορούσε να την εκμεταλλευθεί η ΕΣΣΔ, τότε αντίπαλος του ΝΑΤΟ. Σήμερα, που η
Ατλαντική Συμμαχία δεν αντιμετωπίζει πραγματικό αντίπαλο, η «εκκρεμότητα» περί
τα στρατηγεία στο Αιγαίο θα ήταν πολύ πιο «ανώδυνη» υπόθεση για το ΝΑΤΟ και η
ελληνική εμμονή πολύ πιο «ακίνδυνη» για την ίδια την Ελλάδα.
* Το 1974 βγήκαμε από το στρατιωτικό ΝΑΤΟ, για να επιστρέψουμε έξι χρόνια
αργότερα σε χειρότερη θέση. Η αποχώρησή μας, το 1974, υπήρξε σφάλμα κι αυτό
πληρώνουμε σήμερα. Όλοι το γνωρίζουν ουδείς το αναγνωρίζει δημόσια.
* Από το 1974 και εντεύθεν, αφήσαμε τους διμερείς συσχετισμούς ισχύος να
ανατρέπονται υπέρ της Τουρκίας κυρίως στον αέρα. Και όχι, βέβαια, διότι μας
έλειψαν τα χρήματα: Μόνο τα συσσωρευμένα χρέη του ΟΑΣ (ή της Ολυμπιακής) την
τελευταία τετραετία θα έφθαναν για να αγοράσουμε 90 F-16 και να
αποκαταστήσουμε την ισορροπία ισχύος στον αέρα. Ούτε διότι επιλέξαμε
«περισσότερη ανάπτυξη»: Η Τουρκία, που δίνει προτεραιότητα στους εξοπλισμούς
και τη στρατιωτική βιομηχανία, έχει ρυθμούς ανάπτυξης τετραπλασίους των
ελληνικών. Αφήσαμε τους συσχετισμούς να ανατραπούν εις βάρος μας, διότι όλες
οι κυβερνήσεις στα χρόνια που μεσολάβησαν έκαναν κακή διαχείριση πόρων και
κάκιστη εκτίμηση προτεραιοτήτων. Αυτό πληρώνουμε σήμερα όλοι το γνωρίζουν,
ουδείς το ομολογεί.
Μια σοβαρή κυβέρνηση θα ενημέρωνε εγκαίρως τον πολιτικό κόσμο και την κοινή
γνώμη για τις εναλλακτικές επιλογές της. Θα εξηγούσε τα υπέρ και τα κατά
καθεμιάς. Θα αποφάσιζε αυτό που θεωρούσε ως το «μικρότερο κακό». Θα ενεθάρρυνε
τις διαφωνίες και τους διαφωνούντες να διατυπώσουν τις ενστάσεις τους, θα τους
αξιοποιούσε και θα τους «ενσωμάτωνε» στην πολιτική της, εν όψει των
μελλοντικών δυσχερών διαπραγματεύσεων. Δεν θα «θριαμβολογούσε», ούτε θα άφηνε
έδαφος για καταστροφολογία. Θα έσπευδε να εξοπλιστεί ακριβώς για να
εμποδίσει τη νέα δομή να λειτουργήσει εις βάρος των εθνικών κυριαρχικών συμφερόντων.
Η κυβέρνηση ελάχιστα έκανε απ’ όλα αυτά. Μάλλον έκανε τα ακριβώς αντίθετα. Γι’
αυτό μιλάμε για έλλειμμα ευθύνης. Και για πλεόνασμα ανασφάλειας για το μέλλον
και ενοχών από το παρελθόν…
Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης είναι δημοσιογράφος – οικονομολόγος








