ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ που όπλισε το χέρι του 27χρονου αστυφύλακα Ηρακλή Νικολόπουλου και
τον έκανε να διανύσει μέσα σε λίγα μόνο λεπτά την απόσταση που χωρίζει τη
νομιμότητα από την παραβατικότητα αναζητούν από χθες οι δικαστές του Μεικτού
Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας. Θύτης και θύμα δεν είχαν διαφορές.
Ήταν 5 Ιουλίου 1996 και ο κατηγορούμενος καθόταν μόνος του στο μπαρ «Πρινς». Η
ώρα ήταν τρεις μετά τα μεσάνυχτα όταν μπήκαν στο μπαρ ο Γιώργος Φραγκογιάννης
και ο Θέμις Καλαποθαράκος, τους οποίους γνώριζε ο Ηρακλής Νικολόπουλος.
Ο κατηγορούμενος αστυφύλακας, ο οποίος ήταν πρωταθλητής της πυγμαχίας, γνώριζε
και τους δύο από τον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο, όπου προπονούνταν.
Η τυχαία συνάντηση των τριών ανδρών μέσα στο νυχτερινό κέντρο δεν φαινόταν να
κρύβει κανέναν κίνδυνο. Τίποτε δεν προμήνυε το κακό που ακολούθησε. Ξαφνικά
όπως περιγράφεται και στο παραπεμπτικό βούλευμα , χωρίς να έχει προηγηθεί
τίποτε ανάμεσά τους ο 27χρονος αστυφύλακας έβγαλε από την τσέπη του ένα
πιστόλι και άρχισε να πυροβολεί τον Γιώργο Φραγκογιάννη σχεδόν εξ επαφής.
Έκπληκτοι όσοι θαμώνες βρίσκονταν εκείνη την ώρα στο κέντρο παρακολουθούσαν τη
σκηνή του εγκλήματος. Ο Γιώργος Αγραπίδης, φίλος του θύματος, προτού προλάβει
να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί είδε τον κατηγορούμενο να πυροβολεί
στρέφοντας αυτή τη φορά το όπλο του στον Θέμη Καλαποθαράκο, ο οποίος κατάφερε
να γλιτώσει γιατί πρόλαβε να κρυφτεί στο μπαρ. Ύστερα από όλα αυτά ο
Νικολόπουλος έτρεξε προς την έξοδο του μαγαζιού πυροβολώντας στον αέρα ώστε να
καταφέρει να του ανοίξουν δρόμο και να μην τον συλλάβουν για την πράξη του.
Αυτό που ήθελε δεν το κατάφερε. Και από χθες λογοδοτεί ενώπιον της Δικαιοσύνης
για την πράξη του.
«Ζητώ συγγνώμη είπε και από τις δύο οικογένειες γι’ αυτό που έκανα. Και
άλλη μία συγγνώμη ήθελα να ζητήσω από τη δική μου οικογένεια, αλλά ενάμιση
χρόνο πριν από το έγκλημα άρχισα να παίρνω ψυχοφάρμακα». Οι συνήγοροί
υπεράσπισής του Χριστόφορος Αργυρόπουλος και Τάκης Βασιλακόπουλος θα
επικαλεστούν, όταν φθάσει η ώρα, και την ιατροδικαστική έκθεση σύμφωνα με την
οποία «ο Ηρακλής Νικολόπουλος πάσχει από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, ασθένεια
που εκδηλώθηκε στις αρχές του 1995, διατρέχοντας περιόδους εξάρσεων και υφέσεων».
Η σύζυγος του θύματος Σταματίνα Τζαρέλα καταθέτοντας χθες στο δικαστήριο είπε
πως «ο κατηγορούμενος προσπαθεί να το “παίξει” τρελός μετά το έγκλημα». Και
στη συνέχεια η ίδια επιχείρησε να δώσει τη δική της ερμηνεία σε αυτόν τον
αδικαιολόγητο φόνο. «Ο αστυφύλακας πρόσθεσε ήθελε να… πουλήσει προστασία
σε νυχτερινά κέντρα και πίστευε πως εμπόδιό του ήταν ο Θ. Καλαποθαράκος, με
τον οποίο ήταν φίλος και ο άντρας μου. Τον δολοφόνησε εν ψυχρώ. Ήταν άδικο. Τι
να την κάνω τώρα τη συγγνώμη του;».
Αλλά και οι αυτόπτες μάρτυρες, που εξετάστηκαν στη συνέχεια, Απ. Αγραπίδης και
Θέμης Καλαποθαράκος περιέγραψαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το
έγκλημα, αλλά δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν το κίνητρο του εγκλήματος.
Η δίκη συνεχίζεται σήμερα με καταθέσεις μαρτύρων.







