Οταν η γερμανική «Εικονογραφημένη Εφημερίδα των Εργατών» κυκλοφόρησε το 1934 έχοντας στο εξώφυλλό της τον Αδόλφο Χίτλερ να ποζάρει με τη ναζιστική στολή του, ενώ ο υπουργός προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς στεκόταν πίσω του προσπαθώντας να του φορέσει μια γενειάδα για να μοιάζει στον Καρλ Μαρξ, πολλοί θα ήταν οι αναγνώστες που θα στάθηκαν με περιέργεια στα περίπτερα να την περιεργαστούν.

Και μπορεί στο πρωτοσέλιδο με τα κομμένα πρόσωπα, τις ασύμμετρες αναλογίες και την ξεκάθαρα κολλημένη γενειάδα να διακρίνεται με την πρώτη ματιά σήμερα ότι πρόκειται για κολάζ.

Οι αναγνώστες της εποχής όμως πιθανόν να χρειάζονταν χρόνο για να αναγνωρίσουν ότι η εικόνα που είχε δημιουργήσει ο γερμανός καλλιτέχνης – αντιφασίστας και ακτιβιστής – Τζον Χέρτφιλντ ήταν ψεύτικη ως ένα σατιρικό σχόλιο στις προσπάθειες του Χίτλερ να κερδίσει τη γερμανική εργατική τάξη ακολουθώντας σοσιαλιστική πολιτική, υπονοώντας ότι κανείς δεν πρέπει να παρασυρθεί από αυτή τη μεταμφίεση.

Kαι δικαίως έχει κερδίσει κεντρική θέση στη νέα περιοδική έκθεση του Ράικσμιουζίουμ του Αμστερνταμ υπό τον τίτλο «FAKE!» που εξερευνά μέσα από 52 εικόνες που προέρχονται από τη συλλογή του μουσείου, η οποία αριθμεί σχεδόν 200.000 φωτογραφίες και φωτογραφικά αντικείμενα. Οι επιλεγμένες εικόνες χρονολογούνται από τα πρώτα χρόνια εμφάνισης της φωτογραφίας, το 1860, έως το 1940 για να δείξουν ότι η οπτική χειραγώγηση έχει πολύ μεγαλύτερη ιστορία απ’ ό,τι ίσως φαντάζεται κάποιος.

Από τη γέννηση της φωτογραφίας το 1839, ψαλίδι, κόλλα, μελάνι και μολύβια επιστρατεύονταν για να κοπούν εικόνες και να συνδυαστούν με άλλες, όπως και με σχέδια ή κείμενα δημιουργώντας είτε φωτοκολάζ, δηλαδή σύνθεση μόνο με εικόνες, είτε φωτομοντάζ, δηλαδή σύνθεση εικόνων που στη συνέχεια φωτογραφίζονται ξανά. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εικόνες δημιουργήθηκαν από ανώνυμους φωτογράφους και κυκλοφόρησαν ως καρτ ποστάλ.

«Αν η έκθεση θέλει να περάσει ένα μήνυμα, είναι ότι οι φωτογραφίες πάντοτε αλλοιώνονταν ή υφίσταντο επεξεργασία», δήλωσε ο Χανς Ρόοσεμπουμ, επιμελητής φωτογραφίας του μουσείου. «Δεν είναι κάτι καινούργιο· αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η φωτογραφία από την αρχή. Οσο κι αν τη συνδέουμε με τον ρεαλισμό ή την αλήθεια, αυτό δεν ισχύει πάντα».

Μία από τις πρώιμες φωτογραφίες της έκθεσης είναι μια πολιτική καρτ ποστάλ του παρισινού φωτογράφου πορτρέτων Ερνεστ Εουζέν Απερτ, το 1871. Ηταν μέρος μιας σειράς που δημιούργησε για να δυσφημήσει την Κομμούνα του Παρισιού. Το φωτομοντάζ της «Δολοφονίας Δομινικανών Μοναχών» απεικόνιζε πραγματικά γεγονότα κατά την τελευταία «Αιματηρή Εβδομάδα» της Κομμούνας. Αλλά ενώ η σφαγή ήταν αληθινή, ο Απερτ σκηνοθέτησε τις σκηνές στο στούντιό του και επικόλλησε φωτογραφίες προσώπων των συμμετεχόντων στους ηθοποιούς.

Οι εικόνες προκάλεσαν τέτοιο δημόσιο θόρυβο που, μόλις η γαλλική κυβέρνηση επανέκτησε την εξουσία στην πόλη, απαγόρευσε τη δημοσίευση πολλών φωτογραφιών σχετικών με την Κομμούνα. Οι φωτογραφίες κρίθηκαν επικίνδυνες εν μέρει επειδή το κοινό δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν κατασκευασμένες.

Κι αν αρκετές πειραγμένες εικόνες είχαν πολιτικό χαρακτήρα, οι περισσότερες – σε ποσοστό που αγγίζει το 75% – δημιουργούνταν «απλώς για ψυχαγωγικούς σκοπούς» και απεικόνιζαν μεταξύ άλλων ιπτάμενα αυτοκίνητα, άμαξες γεμάτες τεράστια λαχανικά και έναν άνδρα που σπρώχνει ένα καροτσάκι φορτωμένο με το δικό του κεφάλι.

Mε το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, και όσο η φωτογραφία από το 1920 και εξής άρχισε να κατακτά ολοένα και περισσότερο χώρο στον Τύπο, καθιερώθηκαν νέοι κανόνες και ηθικά πρότυπα που «επέβαλαν» την αυθεντικότητα.

Οι ψεύτικες φωτογραφίες είχαν συνήθως σατιρικό χαρακτήρα, μέχρι την άφιξη του Photoshop και της τεχνητής νοημοσύνης, οπότε είναι πλέον δύσκολο να ξεχωρίσει ο θεατής το πραγματικό από το παραποιημένο, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της εικόνας.

Ο επιμελητής θεωρεί τις εικόνες της έκθεσης «FAKE!» προδρόμους των σημερινών deepfakes, με μία βασική διαφορά: «Μέχρι τη δεκαετία του 1920 οι περισσότεροι άνθρωποι σχεδόν δεν έβλεπαν φωτογραφίες. Σήμερα βλέπουμε περισσότερες σε μία ημέρα απ’ όσες έβλεπαν εκείνοι σε ολόκληρη τη ζωή τους», λέει μιλώντας στο CNN και προσθέτει ότι σχεδόν οποιοσδήποτε μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε εργαλεία που επιτρέπουν την αλλοίωσή τους.

«Η συνειδητοποίηση ότι οι φωτογραφίες έχουν υποστεί “επεξεργασία” από την αρχή της εμφάνισής τους μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε ότι δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε πάντοτε τα μάτια μας», καταλήγει.

Ο Δημήτρης Ν. Μανιάτης  απουσιάζει με άδεια

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.