Για περισσότερο από μισό αιώνα, η ανθρώπινη παρουσία στο Διάστημα βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην ίδια βασική ιδέα: χημικούς πυραύλους, καύσιμα που καίγονται βίαια και τεράστιες ποσότητες ενέργειας σε ελάχιστο χρόνο. Αυτή η τεχνολογία μας έβγαλε από τη Γη, μας πήγε στη Σελήνη και έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης διαστημικής εποχής.

Όμως σήμερα, όσο ο στόχος μετατοπίζεται από σύντομες αποστολές σε μακρινά και επανδρωμένα ταξίδια, οι περιορισμοί των χημικών πυραύλων γίνονται όλο και πιο εμφανείς. Εδώ ακριβώς μπαίνουν στο παιχνίδι οι κινητήρες πλάσματος.

Οι κινητήρες πλάσματος δεν υπόσχονται θεαματικές εκτοξεύσεις με πύρινες στήλες, αλλά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: υψηλή απόδοση, συνεχή επιτάχυνση και δραστική μείωση του χρόνου ταξιδιού. Αντί να καίνε καύσιμα, ιονίζουν ένα προωθητικό υλικό –συχνά υδρογόνο– και το επιταχύνουν μέσω ισχυρών μαγνητικών πεδίων. Το αποτέλεσμα είναι χαμηλή ώση αλλά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι ιδανικό για διαπλανητικές αποστολές. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και χρόνια τόσο η NASA όσο και ιδιωτικές εταιρείες επενδύουν σοβαρά σε τέτοια συστήματα, με υποσχέσεις για ταξίδια στον Άρη σε 45 έως 60 ημέρες αντί για τους σημερινούς 8 μήνες.

Μέσα σε αυτό το διεθνές σκηνικό, η Ρωσία ήρθε να ανεβάσει τον πήχη ακόμη ψηλότερα. Το ινστιτούτο Troitsk της κρατικής Rosatom παρουσίασε έναν magnetoplasma επιταχυντή, έναν κινητήρα πλάσματος που –σύμφωνα με τους ισχυρισμούς– μπορεί να επιταχύνει σωματίδια υδρογόνου σε ταχύτητες έως και 100 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο. Αν οι αριθμοί αυτοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, μιλάμε για επιδόσεις σημαντικά ανώτερες από τις περισσότερες γνωστές τεχνολογίες πλάσματος. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ο στόχος που συνοδεύει αυτή την ανακοίνωση: ένα θεωρητικό ταξίδι Γης–Άρη σε μόλις 30 ημέρες.

Η ιδέα ενός μήνα ταξιδιού αλλάζει ριζικά τα δεδομένα της επανδρωμένης εξερεύνησης. Μικρότερη διάρκεια σημαίνει λιγότερη έκθεση των αστροναυτών σε κοσμική ακτινοβολία, μειωμένα ψυχολογικά και βιολογικά ρίσκα και πιο απλές απαιτήσεις σε αναλώσιμα.

Από καθαρά επιστημονική και ιατρική σκοπιά, ένα τέτοιο άλμα θα έκανε τον Άρη πολύ πιο «προσβάσιμο» από ποτέ. Όμως ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη παρεμβάλλεται η σκληρή πραγματικότητα της μηχανικής, της ενεργειακής τροφοδοσίας και –στην περίπτωση της Ρωσίας– της γενικότερης κατάστασης της διαστημικής της βιομηχανίας.

Η Rosatom μιλά για έναν κινητήρα ισχύος περίπου 300 κιλοβάτ και για ετοιμότητα πτήσης γύρω στο 2030. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά φιλόδοξο χρονοδιάγραμμα, ειδικά αν ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια το ρωσικό διαστημικό πρόγραμμα, τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης όσο και βιομηχανικής βάσης. Ακόμη και στελέχη της ίδιας της ρωσικής αεροδιαστημικής βιομηχανίας έχουν παραδεχθεί δημόσια ότι η κατάσταση απέχει πολύ από το ιδανικό. Αυτό κάνει πολλούς αναλυτές να αντιμετωπίζουν τις εξαγγελίες με σκεπτικισμό, βλέποντάς τες ως ένα μείγμα πραγματικής έρευνας και πολιτικοτεχνολογικού εντυπωσιασμού.

Παρά τις αμφιβολίες, το ευρύτερο μήνυμα παραμένει σαφές: οι κινητήρες πλάσματος δεν είναι επιστημονική φαντασία. Αναπτύσσονται ταυτόχρονα σε Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα και αλλού, με διαφορετικές προσεγγίσεις και επίπεδα ωριμότητας. Ακόμη κι αν ο ρωσικός στόχος του «Άρη σε 30 ημέρες» αποδειχθεί υπερβολικός, η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη. Η επόμενη μεγάλη τομή στην ανθρώπινη διαστημική εξερεύνηση δεν θα έρθει από πιο ισχυρές εκρήξεις, αλλά από πιο έξυπνη, αποδοτική και συνεχόμενη επιτάχυνση.

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη σημασία αυτών των ανακοινώσεων δεν είναι αν θα φτάσουμε στον Άρη σε έναν μήνα ή σε δύο. Είναι ότι για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ο χρόνος ταξιδιού δεν θεωρείται πια αναπόφευκτο κακό, αλλά ένα τεχνικό πρόβλημα που μπορεί –και πρέπει– να λυθεί. Και αυτό από μόνο του δείχνει ότι η επόμενη σελίδα της ανθρώπινης παρουσίας στο Διάστημα έχει ήδη αρχίσει να γράφεται.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.