Οι δημόσιες τοποθετήσεις δύο παραγόντων με ενεργό ρόλο στο ελληνικό ζήτημα προδιαγράφουν τις εξελίξεις και φωτογραφίζουν το τοπίο των επόμενων μηνών στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.
Οι δηλώσεις της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ και του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα δεν χωρούν παρερμηνείες, ούτε για τις προθέσεις του Ταμείου στις συζητήσεις για την τρίτη αξιολόγηση ούτε για τις δυνατότητες της χώρας μας να μπορεί να δανείζεται από τις αγορές μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.
Για όσους (σκόπιμα ή μη) κατάλαβαν ότι το ΔΝΤ δεν ζητά νέα μέτρα, το πιθανότερο είναι ότι σύντομα θα διαψευσθούν όταν θα ξεκινήσει η τρίτη αξιολόγηση, υπό το φως της υστέρησης των εσόδων και των χαμηλότερων προβλέψεων του Ταμείου για πρωτογενές πλεόνασμα 2,2% του ΑΕΠ το 2018 συγκριτικά με τον στόχο του 3,5%. Αλλωστε το είπε ξεκάθαρα η Λαγκάρντ. Τον περασμένο Ιούλιο – υπενθύμισε – συμφωνήσαμε ένα πρόγραμμα με συγκεκριμένους στόχους για την Ελλάδα, το οποίο πρέπει να εφαρμοστεί. Δεν ζητάμε πρόσθετα μέτρα, τόνισε, καλώντας για άλλη μια φορά την Ευρώπη να διευθετήσει το ελληνικό χρέος.
Πράγματι, το ΔΝΤ δεν βάζει στο τραπέζι κάποια νέα μέτρα, αλλά την εφαρμογή, ενδεχομένως νωρίτερα, των (γνωστών) μέτρων που έχουν ήδη συμφωνηθεί στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο το περασμένο καλοκαίρι. Αν η μείωση του αφορολογήτου για το 2020 και οι περικοπές στις συντάξεις για το 2019 που προβλέπονται σ"αυτό έρθουν έναν χρόνο νωρίτερα, τότε θα υπάρξουν νέες επιβαρύνσεις, ακόμη μεγαλύτερες, για φορολογουμένους και συνταξιούχους.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις για τα μέτρα από το ΔΝΤ μαζί με το μπαλάκι που πετάει για το χρέος προς την Ευρώπη δεν προμηνύουν θετικές εξελίξεις για τη χώρα μας. Το Ταμείο μπορεί να επιχειρεί, κάνοντας λίφτινγκ στη δική του εικόνα, να αποποιηθεί τον ρόλο του κακού στο ελληνικό ζήτημα, αλλά είναι δεδομένο ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται να προχωρήσει άμεσα σε ρύθμιση του χρέους – και προπαντός χωρίς νέες δεσμεύσεις – με  αποτέλεσμα σύντομα η Ελλάδα να βρεθεί ξανά με την πλάτη στον τοίχο για τη λήψη νέων μέτρων που θα απαιτεί η κάλυψη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Ετσι η χώρα μας θα εξακολουθήσει να κυνηγάει την ουρά της: Εναν υπερφυσικό στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, τον οποίο συμφώνησαν δανειστές και κυβέρνηση, με νέα μέτρα λιτότητας που θα συνθλίβουν την οικονομία και θα καταδικάζουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
Από την άλλη, όπως είπε και ο Γιάννης Στουρνάρας, μένει πολύ δρόμος ακόμη για να μπορεί η ελληνική οικονομία να αντλήσει χρηματοδότηση από τις αγορές με διατηρήσιμους όρους από το 2018 και μετά, προσγειώνοντας έτσι και το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου» από τα Μνημόνια που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση.
Το ζήτημα είναι ότι για άλλη μια φορά η ελληνική οικονομία μοιάζει εγκλωβισμένη σε μη ρεαλιστικούς στόχους από τους δανειστές και φαντασιακά αφηγήματα από την κυβέρνηση. Και τα δύο θα διαψευσθούν από τη σκληρή πραγματικότητα, η οποία, στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί, εγκυμονεί νέα βάρη και απογοήτευση σε μια κουρασμένη κοινωνία. Δυστυχώς ο ελέφαντας παραμένει στο δωμάτιο…