Θολές φωτογραφίες, λίγο κουνημένες, με μεγάλο κόκκο, τραβηγμένες σε μεγάλη απόσταση με τηλεφακό, μιας διάσημης προσωπικότητας που βγαίνει ή μπαίνει στο αυτοκίνητο, κάνει βουτιά στη θάλασσα από ένα σκάφος, πηγαίνει για ψώνια, γυμναστική, κάνει βόλτα στο πάρκο. Ισως πάλι να πηγαίνει κρουασάν για πρωινό σε μια άγνωστη ερωμένη… «Κλεμμένες εικόνες» ή στα γαλλικά «Images volées».

Φλας και αποκαλύψεις του ιδιωτικού βίου. Ηταν το όριο που ξεπερνούσαν οι φωτογράφοι – κυνηγοί σταρ και διάσημων ανθρώπων. Είναι το ύφος που στην εποχή της εικονολατρίας την οποία διανύουμε επηρεάζει και εμπνέει κατά ένα μέρος ακόμη και το έργο σύγχρονων καλλιτεχνών. Είναι το περιεχόμενο μιας έκθεσης φωτογραφίας που παρουσιάζεται στο κέντρο Πομπιντού της γαλλικής πόλης Μετζ και καθιστά τους παπαράτσι τμήμα του καλλιτεχνικού προγράμματος ενός μουσείου.
Η έκθεση «Παπαράτσι! Φωτογράφοι, σταρ και καλλιτέχνες» μέσα από 600 έργα, φωτογραφίες και αποσπάσματα ταινιών βίντεο ερευνά κι εξετάζει τον τρόπο δουλειάς ορισμένων από τους διασημότερους επαγγελματίες του είδους αυτού που επηρέασαν τη φωτοειδησεογραφία τα τελευταία πενήντα χρόνια, αλλά και ανέπτυξαν με έναν ιδιάζοντα τρόπο σχέση με τα διάσημα «θηράματά» τους. Τα στιγμιότυπα έχουν για πρωταγωνιστές την Τζάκι Ωνάση και την Πάρις Χίλτον, τον Μικ Τζάγκερ και την πριγκίπισσα Νταϊάνα. Καθώς και έργα καλλιτεχνών όπως ο Αντι Γουόρχολ και η Σίντι Σέρμαν.
«Δεν παίρνουμε θέση στα δικαιώματα ή τα λάθη των παπαράτσι φωτογράφων» εξηγεί ο επιμελητής της έκθεσης Κλεμάν Σερού. «Προσπαθούμε απλά να δούμε το φαινόμενο με μια επιστημονική ψυχρότητα, καθώς η ύπαρξή του λέει πολλά για τη σχέση μας με τα μίντια, τις διασημότητες, τις φήμες, τα σχόλια και τα κουτσομπολιά, αλλά και το πώς αντιμετωπίζουμε την επικαιρότητα των ειδήσεων».
Το είδος αυτής της φωτογράφισης απαιτεί πανουργία. Ο καλός παπαράτσι είναι εκείνος ο ευφυής, αδίστακτος τύπος που επινοεί τεχνάσματα καθώς παραμονεύει το ανυποψίαστο πρόσωπο που θα πέσει πάνω στον φακό του. Σε αυτή την έκθεση το δείχνει η σειρά φωτογραφιών του Κριστόφ Μπορεγκάρ στην ενότητα «Hush… hush», όπου ο ίδιος βρίσκεται σε διαφορετικές καταστάσεις… μεταμφίεσης. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αφορά την εποχή που ο γάλλος παπαράτσι φόρεσε στολή παραλλαγής και κρύφτηκε στο δάσος της Βουλώνης, όπου ανάμεσα στα δέντρα του παρισινού πάρκου αποκάλυψε τις παρανομίες του κορμιού διάσημων ζευγαριών.
«Ο παπαράτσι κάνει ιστορία την ίδια στιγμή που γίνεται αυτόπτης μάρυρας. Υπάρχουν ορισμένα συμβάντα που ανάγονται σε σημαντικά γεγονότα επειδή κάποιος τα φωτογράφισε» λέει ο επιμελητής της έκθεσης, σχολιάζοντας την επικαιρότητα της πολιτικής ζωής στη Γαλλία μέσα από τις αποκαλυπτικές φωτογραφίες του Σεμπαστιέν Βαλιελά που αφορούν τον πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και την ηθοποιό Ζιλί Γκαγέ και δημοσίευσε το περιοδικό «Κλόουζερ». Ο ίδιος φωτογράφος ήταν εκείνος που είκοσι χρόνια νωρίτερα είχε συλλάβει με τον φακό του τον τότε πρόεδρο Φρανσουά Μιτεράν να βγαίνει από ένα εστιατόριο συνοδεύοντας την άγνωστη έως εκείνη τη στιγμή κόρη του Μαζαρίν.
Στη συνείδηση του κόσμου, ο παπαράτσι είναι το αντιδιαμετρικό σημείο της δουλειάς ενός φωτογράφου – πολεμικού ανταποκριτή. «Ο κόσμος βλέπει στον παπαράτσι ένα χαμένο κορμί, κάποιον όχι απόλυτα φυσιολογικό χαρακτήρα, ο οποίος θα πουλούσε τη μητέρα του για χρήματα. Δεν έχει ηθική, ούτε ενδιαφέρον για την καθαριότητα. Είναι ο αντιήρωας μιας ειδικότητας στην οποία εκείνος που πηγαίνει στο μέτωπο για να στείλει εικόνες από τον πόλεμο θεωρείται σπουδαίος. Ομως, στην πραγματικότητα η αλήθεια είναι πιο σύνθετη» επισημαίνει ο Κλεμάν Σερού.
Η φωτογραφία της στιγμής έχει μια μακρόχρονη ιστορία. Στις αρχές του 1898 δύο φωτογράφοι δωροδόκησαν ένα μέλος του προσωπικού του γερμανού καγκελάριου Οτο φον Μπίσμαρκ για να τον φωτογραφίσουν στο κρεβάτι του, λίγες ώρες μετά τον θάνατό του. Οι φωτογράφοι Μαξ Πρίστερ και Βίλι Βίνκελ από το Αμβούργο έβαλαν αγγελία για να πουλήσουν την είδησή τους. Η οικογένεια του Μπίσμαρκ όμως έδρασε νομικά και οι φωτογράφοι βρέθηκαν στη φυλακή. Ενώ το αποκαλυπτικό στιγμιότυπο δημοσιεύτηκε μόλις το 1952 σε γερμανικό έντυπο.
Η «αγέλη» του Φελίνι
Οι κλέφτες εικόνων περίμεναν όμως τον δημιουργό που θα τους έδινε όνομα και φήμη. Το 1960 ο Φεντερίκο Φελίνι δίνει στους κυνηγούς ειδήσεων όνομα και ρόλο στην ταινία του «Ντόλτσε Βίτα». Η λέξη paparazzi είναι συμπίλημα των λέξεων pappataci (κουνούπια) και ragazzi (αγόρια – τύποι). Για τον ιταλό σκηνοθέτη οι παπαράτσι αντιπροσώπευαν την εισβολή των εξοργιστικά ενοχλητικών σκανδαλοθήρων φωτογράφων που είχαν κυριεύσει τους δρόμους της Ρώμης του ’50 γυρεύοντας σταρ, ηθοποιούς και κοσμικούς της πόλης.
Μάλιστα, η πρωταγωνίστρια της ταινίας Ανίτα Εκμπεργκ βρέθηκε για χρόνια περικυκλωμένη από αυτήν την ιδιόμορφη αγέλη. Η έκθεση στο Μετζ δείχνει ένα από τα πιο εντυπωσιακά στιγμιότυπα, με την κουρασμένη από το κυνήγι των παπαράτσι Εκμπεργκ να ανταπαντά στα τερτίπια τους γύρω στο 1980: η σταρ αστράφτει ένα φλας προς τον παπαράτσι Μαρτσέλο Γκεπέτι εξουδετερώνοντας το στιγμιότυπο της εικόνας της.
Το εύρημα της Ανίτα Εκμπεργκ θα γίνει παράδειγμα προς μίμηση από τους κατοίκους του Χόλιγουντ. Επειτα από χρόνια η Σάντρα Μπούλοκ και η Κάιλι Μινόγκ θα ανταποδώσουν φωτογραφίζοντας εκείνους που τους παρακολουθούν. Ενώ ο Σον Πεν και η Μάιλι Σάιρους θα χειροδικήσουν χάνοντας την ψυχραιμία τους. Ομως, όσο ο παπαράτσι έχει ανάγκη το διάσημο πρόσωπο για να πουλήσει την εικόνά του άλλο τόσο και ο σταρ χρειάζεται τον εισβολέα στις προσωπικές του στιγμές, προκειμένου να παραμείνει σε δημόσια θέαση.
Αλλωστε υπήρξαν και παραδείγματα που οι δύο πλευρές συνεργάστηκαν μεταξύ τους, υπογραμμίζουν οι φωτογραφίες της Σοφίας Λόρεν με τον νεογέννητο γιο της το 1968. Οι φωτογράφοι την πίεζαν υπερβολικά για την πρωτιά της φωτογραφίας του μωρού. Η Λόρεν κανόνισε με τον ιταλό παπαράτσι Τάτζιο Σεκιαρόλι να βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο πάρκο μια καθορισμένη ημέρα και ώρα. Τότε εκείνος «κατά τύχη και ξαφνικά» φωτογράφισε τη σταρ την ώρα που έπαιζε με το μωρό της.
«Από τότε η καταδίωξη σταμάτησε» εξηγεί ο Κλεμάν Σερού. «Από τότε που η παπαρατσική φωτογραφία αναγνωρίστηκε ως αισθητική φόρμα, ήταν πολύ εύκολο το στυλ να αποκτήσει μιμητές και αντιγραφείς. Ετσι όλο και πιο συχνά οι διασημότητες άρχισαν να σκηνοθετούν τις φωτογραφίσεις με σκοπό να περνάνε πληροφορίες στο κοινό τους, είτε για να γνωστοποιήσουν τα βήματα της καριέρας τους ή για να κερδίσουν χρήματα. Σε κάθε περίπτωση το φαινόμενο εξακολουθεί να υπάρχει. Γιατί υπάρχει ζήτηση τόσο από τον Τύπο όσο και από τους αναγνώστες».
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.