Εχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που ο Θεόδωρος Κράλλης, κατηγορούμενος για διπλή ανθρωποκτονία, κάθησε στο ιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού, καλωδιωμένος με ηλεκτρόδια στο κεφάλι του, υπό την επίβλεψη ενός εξεταστή. Απαντούσε σε μαγνητοφωνημένες ερωτήσεις πιέζοντας σε έναν μοχλό τη σωστή ή τη λάθος επιλογή. Ηταν η πρώτη και μοναδική φορά που γινόταν χρήση του ανιχνευτή ψεύδους σε δίκη στην Ελλάδα. Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να αποφασιστεί αν στην εκδίκαση μίας ακόμη υπόθεσης ανθρωποκτονίας θα εφαρμοστεί το «τεστ της αλήθειας».
Ο 42χρονος Γεώργιος Ζηρδέλης, ο οποίος κατηγορείται για τον φόνο της φοιτήτριας Ιατρικής Εύης Γατίδου τον Σεπτέμβριο του 1997 στη Λάρισα, δέχθηκε να υποβληθεί στη διαδικασία έπειτα από αίτημα της πολιτικής αγωγής. Η Γατίδου είχε δεχθεί 104 χτυπήματα από χαρτοκόπτη. Η δολοφονία της χαρακτηρίστηκε «έγκλημα πάθους», καθώς ο κατηγορούμενος της είχε κάνει τρεις αποτυχημένες προτάσεις γάμου. Ενα από τα επιβαρυντικά στοιχεία για τον Ζηρδέλη, σύμφωνα με το πρώτο δικαστήριο, ήταν ότι χρησιμοποιούσε χαρτοκόπτη στη δουλειά του, ως διανομέας της τοπικής εφημερίδας «Ημερήσιος Κήρυκας».
Πρωτόδικα, το 2005, ο Ζηρδέλης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Ωστόσο παρέμεναν ερωτηματικά στην υπόθεση. Ο χρόνος θανάτου της φοιτήτριας αμφισβητείτο, από το κιβώτιο πειστηρίων έλειπαν τα ρούχα που φορούσε το θύμα, ενώ δεν είχαν γίνει τοξικολογικές εξετάσεις. Το 2007 ο Ζηρδέλης αθωώθηκε από το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας και έπειτα από αναίρεση το ίδιο δικαστήριο τον αθώωσε και το 2010. Τώρα βρίσκεται ξανά στο εδώλιο, έπειτα από νέα αίτηση αναίρεσης. Την Τρίτη αναμένεται να καταθέσει στο δικαστήριο ο καθηγητής Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Αλέξανδρος Παπαδημητρίου για να διαπιστωθεί η αξιοπιστία του ανιχνευτή ψεύδους. «Το δικαστήριο θέλει να δει κατά πόσο η ψυχραιμία του κατηγορουμένου ενδέχεται να αλλοιώσει τα αποτελέσματα», λέει η Νικολέττα Μπασδέκη, δικηγόρος της πολιτικής αγωγής.
ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ. Δύο είναι οι βασικές μέθοδοι ανίχνευσης της αλήθειας. Η πιο διαδεδομένη –και παλαιότερη –είναι αυτή του πολυγράφου. Περιλαμβάνει μετρήσεις της εφίδρωσης, του σφυγμού, της αρτηριακής πίεσης, του ρυθμού της αναπνοής. Συνήθως όταν λέμε ψέματα παράγεται στο σώμα μας κάποιου είδους στρες που εκφράζεται σε βιολογικές αντιδράσεις, άλλοτε εμφανείς εξωτερικά και άλλοτε όχι.
Το 2002 ο Ιωάννης Νέστορος, καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στην περίπτωση του Κράλλη απέρριψε αυτή τη μέθοδο γιατί έχει, όπως λέει, «περιθώρια λάθους». Επέλεξε εκείνη των Γνωστικών Προκλητών Δυναμικών. Κατέγραψε τις αντιδράσεις του εγκεφάλου σε τέσσερα σημεία: την ακουστική περιοχή στον κροταφικό λοβό, τη συνειρμική ακουστική περιοχή, την περιοχή όπου σταθμίζονται οι απαντήσεις και τη δεξιά περιοχή της αμυγδαλής, γνωστή και ως «κέντρο του φόβου», που δείχνει κατά πόσο μια ερώτηση μας αναστατώνει.
«Είχαμε συντάξει 40 ερωτήσεις. Οι μισές ήταν διαδικαστικές για να δούμε ότι λειτουργεί σωστά η διαδικασία και οι υπόλοιπες επίμαχες, αφού αφορούσαν την υπόθεση», λέει ο κ. Νέστορος. Τα ερωτήματα επελέγησαν από τους ερευνητές έπειτα από λεπτομερή μελέτη της δικογραφίας στην υπόθεση της διπλής ανθρωποκτονίας, του Νικολαΐδη και της Καλαθάκη. Οι ερωτήσεις είχαν μαγνητοφωνηθεί, αφού έπρεπε να ακούγονται από μια ψυχρή φωνή κάποιου αόρατου υποβολέα. Ο εξεταζόμενος βρισκόταν σε ένα ήσυχο δωμάτιο, χωρίς οπτικά ερεθίσματα. Στην τρίωρη αυτή διαδικασία υποβλήθηκαν τότε τρεις κατηγορούμενοι: τα αδέρφια Κράλλη και η Μάνια Χωραΐτου. Ολοι τους αθωώθηκαν.
Οπως τότε, έτσι και τώρα η χρήση ανιχνευτή ψεύδους σε δίκη προκαλεί αντιδράσεις. «Πρόκειται για μια εξωτερική παρέμβαση αμφιβόλου αποτελεσματικότητος», λέει η εγκληματολόγος Βάσω Αρτινοπούλου. «Η συναίνεση του κατηγορουμένου είναι σχετική. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να μιλάμε για έμμεση απόσπαση της συναίνεσης. Και πάλι πρόκειται για παρέμβαση στην προσωπικότητα. Δεν είναι μόνο διαδικαστικό το ζήτημα, αλλά και ηθικό».