Τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα εξαρτώνται από γενετικούς παράγοντες, καθώς και από παράγοντες του περιβάλλοντος.

Το γενετικό μας υπόστρωμα δεν μπορούμε να το αλλάξουμε, ο τρόπος όμως με τον οποίο ζούμε έχει σημαντική επίδραση στα επίπεδα της «κακής» (LDL) και της «καλής» (HDL) χοληστερόλης στο αίμα.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη χοληστερόλη είναι η διατροφή, η άσκηση, το κάπνισμα, τα αναβολικά και το αλκοόλ.

Διατροφή

Όσο πιο πολλή χοληστερόλη παίρνουμε με την τροφή τόσο υψηλότερη αυτή θα είναι στο αίμα και το αντίθετο. Τροφές που περιέχουν υψηλή χοληστερόλη είναι όλα τα ζωικά λίπη, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των γαλακτοκομικών προϊόντων όταν από αυτά δεν έχει αφαιρεθεί το λίπος. Τα ψάρια και τα κοτόπουλα (εφ’ όσον έχει αφαιρεθεί η πέτσα), δεν έχουν μεγάλη ποσότητα χοληστερόλης, ενώ ο κρόκος του αυγού περιέχει μεγάλη ποσότητα αυτής.

Η διατροφή δεν καθορίζει μόνον τη χοληστερόλη, αλλά και το βάρος του σώματος, το οποίο επίσης έχει σχέση με το μεταβολισμό των λιπών και τη χοληστερόλη.

Κατανομή λίπους στο σώμα

Τα τελευταία χρόνια καθίσταται όλο και περισσότερο σαφές ότι η κατανομή του λίπους σε ορισμένα μέρη του σώματος προδιαθέτει σημαντικά στην ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη, υψηλής χοληστερόλης και υπέρτασης.

Είναι γνωστό ότι το λίπος που είναι αποθηκευμένο στην κοιλιά (σπλαχνικό ή ενδοκοιλιακό λίπος) είναι πιο επικίνδυνο από το λίπος που είναι αποθηκευμένο σε άλλα μέρη του σώματος, λ.χ. στους γλουτούς.

Ο ενδοκοιλιακός λιπώδης ιστός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη καρδιακών και μεταβολικών παραγόντων κινδύνου, όπως παθολογικά επίπεδα χοληστερόλης, υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων και αντοχή στην ινσουλίνη (η αδυναμία του οργανισμού να ανταποκριθεί στην ινσουλίνη και να χρησιμοποιήσει την ινσουλίνη που παράγει). Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαβήτη, καρδιακού και εγκεφαλικού αγγειακού επεισοδίου ή άλλης καρδιαγγειακής νόσου.

Ένας αξιόπιστος τρόπος ελέγχου του επιπέδου ενδοκοιλιακού λίπους είναι η μέτρηση της περιμέτρου της μέσης. Αν η περιφέρεια της μέσης είναι μεγαλύτερη από 94 εκατοστά του μέτρου για τους άνδρες ή μεγαλύτερη από 80 εκατοστά για τις γυναίκες, υπάρχει λόγος ανησυχίας. Αν η περιφέρεια της μέσης είναι πάνω από 102 εκατοστά για τους άνδρες και από 88 εκατοστά για τις γυναίκες ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος.

Πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν ότι στη χώρα μας το 42% των ατόμων που επισκέπτονται γιατρό πρωτοβάθμιας περίθαλψης είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Χαρακτηριστικό είναι πως ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 38%. Κύριοι παράγοντες για την εξέλιξη αυτή είναι η κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και η αστικοποίηση. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως τα περιττά κιλά εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα ασθενέστερων κοινωνικά τάξεων.

Δίαιτα

Για να διατηρήσουμε το σωματικό βάρος φυσιολογικό χρειάζεται συνδυασμός δίαιτας και άσκησης. Για να έχουμε απώλεια σωματικού βάρους πρέπει οι θερμίδες που προσλαμβάνουμε να είναι λιγότερες από αυτές που καταναλώνουμε.

Τα έτοιμα προς κατανάλωση τρόφιμα και οι τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, αλάτι και ζάχαρη πρέπει να αποφεύγονται, ενώ αντιθέτως, πρέπει να προτιμώνται τα λαχανικά και τα φρούτα. Οι τροφές που περιέχουν μεγάλη ποσότητα χοληστερόλης επίσης πρέπει να αποφεύγονται.

Οι αυστηρές δίαιτες πρέπει να αποφεύγονται διότι, εκτός του ότι συνήθως δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα, επιδρούν αρνητικά στην ψυχολογία του ατόμου.

Το γρήγορο βάδισμα επί 30 έως 45 λεπτά κάθε μέρα συμβάλλει στη διατήρηση του βάρους. Απαραίτητο είναι, τέλος, να θυμόμαστε ότι η παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή είναι μεν υγιεινή, αλλά η υπερκατανάλωσή της επίσης οδηγεί στην παχυσαρκία.

Άσκηση

Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η καθιστική ζωή αυξάνει την καρδιαγγειακή θνητότητα. Αντιθέτως, η μετρίου βαθμού άσκηση – δηλαδή το γρήγορο βάδισμα επί περίπου 30 με 45 λεπτά την ημέρα – συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση του φυσιολογικού βάρους του σώματος, μειώνοντας ταυτοχρόνως πολύ την επίπτωση της πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου.

Η άσκηση συντελεί στην αύξηση της «καλής» (HDL) χοληστερόλης. Συνεπώς, εκτός από τις άλλες ευεργετικές ενέργειες που ασκεί στο καρδιαγγειακό σύστημα, συμβάλλει και στη ρύθμιση της χοληστερόλης.

Κάπνισμα

Το κάπνισμα έχει τρομερά καταστρεπτικές επιδράσεις στην υγεία μας. Το κάπνισμα αυξάνει την πιθανότητα να πάθουμε καρκίνο όχι μόνο στον πνεύμονα, αλλά και σε πολλά άλλα όργανα του σώματος. Αυξάνει επίσης την πιθανότητα να πάθουμε καρδιαγγειακά νοσήματα, ενώ προκαλεί βαριές χρόνιες πνευμονοπάθειες. Γενικά, δεν υπάρχει όργανο που να μην προσβάλλεται από το κάπνισμα.

Οι παθολογικές καταστάσεις που δημιουργούνται από το κάπνισμα και αφορούν το καρδιαγγειακό σύστημα είναι η στεφανιαία νόσος (έμφραγμα, στηθάγχη, αιφνίδιος θάνατος), τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, η περιφερική αρτηριοπάθεια (στενώσεις καρωτίδων αρτηριών και αρτηριών κάτω άκρων) και αύξηση της πιθανότητας ανευρυσμάτων της αορτής.

Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι το κάπνισμα ελαττώνει την «καλή» (HDL) χοληστερόλη και αυξάνει την πιθανότητα πρόκλησης σπασμού των αγγείων. Ο κίνδυνος για καρδιαγγειακά νοσήματα είναι αυξημένος και στους μη καπνιστές που εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα.

Εάν ένας καπνιστής πάθει έμφραγμα, έχει δύο έως τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνει αιφνιδίως σε σύγκριση με έναν άνθρωπο που δεν καπνίζει. Ο καπνιστής έχει επίσης δύο έως έξι φορές περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου σε σχέση με τον μη καπνιστή. Ο κίνδυνος αυτός είναι ακόμα μεγαλύτερος στις γυναίκες που παίρνουν αντισυλληπτικά χάπια.

Οι άνδρες ηλικίας 40-59 ετών που καπνίζουν 20 τσιγάρα την ημέρα τριπλασιάζουν τον κίνδυνο για στεφανιαίο επεισόδιο. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι ένας καπνιστής που εμφανίζει έμφραγμα του μυοκαρδίου και συνεχίζει να καπνίζει μετά το επεισόδιο έχει εξαπλάσιες πιθανότητες να υποστεί και δεύτερο έμφραγμα!

Δυστυχώς, η χώρα μας διατηρεί θλιβερή πρωτιά ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη στην κατανάλωση προϊόντων καπνού τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Ο ένας στους δύο Έλληνες καπνίζει, ενώ καπνίστριες είναι πλέον τέσσερις στις δέκα Ελληνίδες.

Με βάση αποτελέσματα της επιδημιολογικής μελέτης ΑΤΤΙΚΗ που διεξάγεται από την Α’ Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 48% των ανδρών και το 38% των γυναικών είναι ενεργοί καπνιστές, με μέσο όρο τα 18 και τα 15 τσιγάρα αντίστοιχα. Υπολογίζεται πως περισσότεροι από 20.000 Έλληνες πεθαίνουν κάθε χρόνο από νοσήματα που έχουν σχέση με το κάπνισμα.

Η νικοτίνη είναι ένα ισχυρό ναρκωτικό. Βελτιώνει τη διάθεση, ελαττώνει το άγχος και στα άτομα που είναι εθισμένα σε αυτήν αυξάνει την εγρήγορση. Με το κάπνισμα τα αγγεία χάνουν την ελαστικότητά τους και φθείρονται, ενώ συγχρόνως αυξάνονται οι πιθανότητες για πήξη του αίματος.

Το παθητικό κάπνισμα ευθύνεται για τις ίδιες ακριβώς παθήσεις που προκαλούνται και στους καπνιστές, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τα παιδιά. Σχεδόν τα μισά απ’ όλα τα παιδιά παγκοσμίως ζουν με κάποιο καπνιστή. Ένα παιδί που μεγαλώνει κοντά σε έναν καπνιστή, πριν φθάσει τα πέντε χρόνια ζωής του, θα έχει «καπνίσει» 102 πακέτα τσιγάρα.

Εργασίες έδειξαν πως νικοτίνη ανιχνεύεται και στις τρίχες νεογνών που γεννήθηκαν από μητέρες που δεν κάπνιζαν, αποδεικνύοντας πως οι βλαβερές συνέπειες από το παθητικό κάπνισμα για τα παιδιά αρχίζουν πριν ακόμη γεννηθούν. Το γάλα μητέρων που καπνίζουν περιέχει υψηλές συγκεντρώσεις νικοτίνης.

Έχει επίσης διαπιστωθεί πως η έκθεση των μη καπνιστών στον καπνό τσιγάρων αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εκδήλωσης οξέος στεφανιαίου επεισοδίου (εμφράγματος, στηθάγχης, αιφνίδιου θανάτου). Οι μη καπνίστριες που εισπνέουν καπνό εμφανίζουν διπλάσιο κίνδυνο για την εμφάνιση στεφανιαίου επεισοδίου απ’ ό,τι όσες δεν εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα. Τελευταίες μελέτες δείχνουν πως τα άτομα που εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη.

Υπάρχει επίσης ο μύθος του λεγόμενου «ασφαλούς» τσιγάρου. Τα τσιγάρα που περιέχουν μικρότερες ποσότητες πίσσας και νικοτίνης δεν έχουν μικρότερη βλαβερή επίδραση. Η καύση και αυτών των τσιγάρων δεν παράγει λιγότερο μονοξείδιο του άνθρακα ούτε λιγότερες καρκινογόνες ουσίες. Παράλληλα, οι καπνιστές που τα επιλέγουν, αναζητώντας μεγαλύτερη ποσότητα νικοτίνης αυξάνουν τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζουν.

Η διακοπή του καπνίσματος στους καπνιστές θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της «καλής» χοληστερόλης στο αίμα. Η δυσμενής επίδραση του καπνίσματος συσχετίζεται με τον ημερήσιο αριθμό των τσιγάρων, καθώς και τη διάρκεια του καπνίσματος. Η διακοπή του καπνίσματος έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της καρδιαγγειακής θνητότητας. Το όφελος από τη διακοπή του καπνίσματος εμφανίζεται σε όλους τους καπνιστές, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη νόσου.

Λήψη ανδρογόνων ορμονών

Δυστυχώς στις μέρες μας η λήψη ανδρογόνων ορμονών για επίτευξη καλύτερων αθλητικών επιδόσεων και για τη δημιουργία «μυώδους» σώματος δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο. Εκτός των άλλων καταστρεπτικών επιδράσεων, η λήψη αυτών των ορμονών συμβάλλει σημαντικά στην ελάττωση της «καλής» (HDL) χοληστερόλης. Συνήθως τα άτομα που λαμβάνουν αυτές τις ορμόνες έχουν χαμηλά επίπεδα «καλής» χοληστερόλης στο αίμα, με επακόλουθο να παθαίνουν έμφραγμα του μυοκαρδίου σε μικρές ηλικίες.

Αλκοόλ

Η κατανάλωση μικρής ή μέτριας ποσότητας αλκοόλης (1-2 ποτά την ημέρα) έχει προστατευτικές ιδιότητες στο καρδιαγγειακό σύστημα. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους το οινόπνευμα παρέχει αυτή τη δράση δεν είναι απόλυτα γνωστοί, ωστόσο έχει διαπιστωθεί ότι η μικρή ή μέτρια χρήση του αλκοόλ αυξάνει τα επίπεδα της «καλής» (HDL) χοληστερόλης στο αίμα, οπότε πιθανολογείται ότι αυτός είναι ένας από τους προστατευτικούς μηχανισμούς.

Επιπλέον, το αλκοόλ εμποδίζει τη συγκολλητικότητα των αιμοπεταλίων και άρα την πήξη του αίματος και βοηθά τη διάλυση του θρόμβου, εάν αυτός σχηματισθεί.

Εδώ πρέπει να τονισθεί ότι κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας οινοπνεύματος, εκτός από τις άλλες θλιβερές επιδράσεις που έχει στην υγεία μας, είναι δυνατόν να συμβάλει και στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, στην εγκατάσταση καρδιακής ανεπάρκειας και κατά συνέπεια στην αύξηση της θνητότητας από τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Συμπερασματικά, ο τρόπος με τον οποίο ζούμε είναι δυνατόν να επηρεάσει τα επίπεδα της «κακής» (αύξηση) και της «καλής» (ελάττωση) χοληστερόλης στο αίμα.

Δίαιτα για διατήρηση του «ιδανικού» σωματικού βάρους, η κατανάλωση τροφών που έχουν χαμηλή ποσότητα χοληστερόλης και η άσκηση για διατήρηση φυσιολογικού του σωματικού βάρους έχουν σημαντική επίδραση στη χοληστερόλη.

Η διακοπή του καπνίσματος (εάν ένα άτομο καπνίζει) θα συμβάλει στην αύξηση της «καλής» χοληστερόλης. Η λήψη ανδρογόνων ορμονών ελαττώνει την «καλή» χοληστερόλη στο αίμα. Και η μικρή έως μέτρια χρήση αλκοολούχων ποτών (1-2 την ημέρα) θα συμβάλει στην αύξηση της «καλής» χοληστερόλης.

Ο Χαρίσιος Μπουντούλας είναιομότιμος καθηγητής Παθολογίας/Καρδιολογίας και Φαρμακευτικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάϊο, διευθυντής του Κέντρου Κλινικής Έρευνας και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.