Η ΔΗΜΟΣΙΑ, ΜΑΖΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΔΙΕΙΣΔΥΕΙ ΜΕ
ΕΝΤΑΣΗ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΥΠΟ ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ.
Η επανέκδοση του περίφημου μυθιστορήματος του Κερτ Βόνεγκατ Σφαγείο Νούμερο Πέντε ήρθε πάνω στην ώρα που το Κακό επανεισβάλλει στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή με ποικίλες μορφές, κυρίως πάντως υπό τη μαζική, δημόσια εκδοχή του. Όταν είχε πρωτοεκδοθεί, το 1969, με το ειρηνιστικό κίνημα στις δόξες του, το Σφαγείο είχε χαιρετισθεί ως το κατ΄ εξοχήν αντιπολεμικό έργο. Και όμως... Το να καταπολεμήσεις τον πόλεμο μοιάζει με προσπάθεια ν΄ αντιταχθείς στα παγόβουνα, λέει ένας δευτερεύων ήρωας του μυθιστορήματος. Θα είναι πάντα εκεί...

Το βιβλίο του Βόνεγκατ κολυμπάει σε πολύ βαθύτερα νερά από τις κλασικές αντιπολεμικές ελεγείες. Πρόκειται για μια κοφτή, ξερή, σουρεαλιστική σάτιρα των κοινωνιών μας αλλά και για μια καυστική κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας, της δήθεν ουδετερότητας της επιστήμης και της Ιστορίας νοουμένης ως προόδου. Εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, το βιβλίο έχει στον πυρήνα του τον αναίτιο βομβαρδισμό της Δρέσδης- μιας πόλης κόσμημα- από τους Αμερικανούς, που απέληξε σε καταστροφή μεγαλύτερη κι απ΄ αυτήν της Χιροσίμα, ενώ ο πόλεμος είχε πρακτικά κριθεί. Ο Βόνεγκατ καταφέρνει να μιλήσει γι΄ αυτή την τραγωδία αποδραματοποιώντας την απόλυτη φρίκη και αποφεύγοντας την καταγγελτική κοινοτοπία της μαρτυρίας. Μας οδηγεί στα βάθη του υποσυνειδήτου μας, εκεί όπου το Κακό αργοσαλεύει έτοιμο να ξεμυτίσει με την πρώτη ευκαιρία. Το εντυπωσιακό είναι ότι η κριτική του στρέφεται ευθέως κατά της ίδιας του της κοινωνίας και της συλλογικής της πεποίθησης ότι υπηρετεί το Καλό.

Με μαύρο χιούμορ, σαρκασμό και λεπτή ειρωνεία, ο Βόνεγκατ μας οδηγεί ακόμη και στο Διάστημα προκειμένου να δούμε καθαρά τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο ήρωάς του αιωρείται μέσα στον χρόνο σ΄ ένα ταξίδι όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον παρατίθενται αξεδιάλυτα. Σ΄ αυτή την αποκαλυπτική Οδύσσεια, γίνεται επισκέπτης στις περιοχές της ανθρώπινης ιστορίας όπου παρελαύνουν το κωμικό, το τραγικό και το παράλογο με αποκορύφωμα τη διαμονή του στο Σφαγείο Νο 5 της Δρέσδης, χώρο προορισμένο να στεγάζει γουρούνια, κατοικία πλέον για εκατό Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου. Αποσπασμένος από τον χρόνο, θα τα ζήσει όλα αυτά σαν να είναι μετουσιωμένα σε φιλμ, «σαν να βλέπει ολόκληρα τα Βραχώδη Όρη από μακριά». Έτσι οι νεκροί γίνονται ζωντανοί και το αντίθετο, ο χρόνος αναποδογυρίζει σαν φόδρα σακακιού, το Κακό εμφανίζεται ως Καλό.

Το Σφαγεί ο μοιραία φέρνει στον νου τις εκδόσεις των τελευταίων χρόνων, που αναδιαπραγματεύονται το συλλογικό Κακό. Φαίνεται πως η κρίση του ευρωπαϊκού κράτους- πρόνοιας, τα μεταναστευτικά κύματα τα ωθούμενα από την προϊούσα εκπτώχευση και περιβαλλοντική υποβάθμιση μεγάλων τμημάτων του πλανήτη, η πίεση του παγκόσμιου ανταγωνισμού, η δομική ανεργία, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας και η άνοδος των νεοναζιστικών τάσεων οδηγούν σε αναψηλάφηση των αιτίων της εκκόλαψης του «αυγού του φιδιού». Μάλιστα, συχνά έχουμε απόπειρες να ειδωθεί το Κακό εκ των ένδον, όπως λ.χ. στο πολυσυζητημένο ογκώδες μυθιστόρημα του Τζόναθαν Λίτελ Ευμενίδες (Λιβάνης) που βρίσκεται στους αντίποδες της έντεχνης σάτιρας του Βόνεγκατ.

Ανατριχιαστικό μήνυμα
Στις Ευμενίδες έχουμε να κάνουμε μ΄ ένα έργο βαρύ, που συχνά μοιάζει με το άθροισμα κάμποσων διδακτορικών διατριβών, ελαφρώς αμάσητων και μη ενταγμένων οργανικά στο κείμενο, πλην όμως εντυπωσιακών ως προς τον όγκο των παρατιθέμενων πληροφοριών. Ο κεντρικός ήρωας του Λίτελ υπηρετεί τον εθνικοσοσιαλισμό χωρίς ιδιαίτερες ενοχές, αλλά παραδόξως γίνεται κριτικός ως προς τον υπερβάλλοντα ζήλο των συναδέλφων του. Ο ήρωας γράφει για να οργανώσει τις αναμνήσεις του εν είδει ημερολογιακού δοκιμίου και όχι για να εξευμενιστεί. Μοιάζει να μας λέει ότι υπό τις δεδομένες συνθήκες θα είχαμε κι

Η φρίκη εντάσσεται στο ανθρώπινο πεπρωμένο, το Κακό κατοικεί μέσα μας.
Ευρωπαίοι γρηγορείτε! Μπορείτε να διαπράξετε ακριβώς τα ίδια ή και χειρότεραοι πατεράδες σας το έκαναν ήδη

εμείς διαπράξει όσα ακριβώς διέπραξε κι εκείνος. Μ΄ αυτή την έννοια το μήνυμά του είναι ανατριχιαστικό: οι άνθρωποι κάνουν ό,τι τους λένε να κάνουν, η ελευθερία της βούλησης είναι φενάκη, ο μέσος άνθρωπος είναι ικανός ακόμη και να υπερβεί όσα έχει ενταλθεί να διαπράξει, το πουκάμισο του φιδιού μάς σκεπάζει όλους και η ανθρωπότητα είναι ικανή να διαπράξει ασύλληπτα ανοσιουργήματα. Οι Ερινύες στην πραγματικότητα αφήνουν τον ήρωα στην ησυχία του, όπως κάνουν εν τέλει και οι Ευμενίδες στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου. Αυτό που μοιάζει να έχει σημασία δεν είναι ο άνθρωπος αλλά οι μηχανισμοί της Ιστορίας και ο ολοκληρωτισμός που απλώνει τα πλοκάμια του παντού. Οι γοητευμένοι απ΄ αυτή την αχανή τοιχογραφία του Κακού αναγνώστες δεν αποκλείεται να ανασκάλεψαν εντός τους πολλά από τα κίνητρα και αισθήματα του ίδιου του συγγραφέα. Χωρίς αμφιβολία, ο ναζισμός τη βγάζει καθαρή από ένα τέτοιο αφήγημα. Η φρίκη εντάσσεται στο ανθρώπινο πεπρωμένο, η Ιστορία γίνεται ένα πλαδαρό μύθευμα με φρικιαστικές κορυφώσεις (κάτι σαν μια βραδιά μπροστά στην τηλεόραση), το Κακό κατοικεί μέσα μας και ξετσουτσουνίζει μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν. Ευρωπαίοι γρηγορείτε! Το Αφγανιστάν, το Νταρφούρ, το Σαράγεβο δεν είναι μακριά. Μπορείτε να διαπράξετε ακριβώς τα ίδια ή και χειρότερα- οι πατεράδες σας το έκαναν ήδη.

Μαζική βαναυσότητα
Με τον Λίτελ να κινείται στους αντίποδες του Βόνεγκατ, μοιραία το μυαλό μας ταξιδεύει σε φαινομενικά μόνο μετριοπαθέστερες εκδοχές του Κακού στην πρόσφατη λογοτεχνική παραγωγή- γιατί ως προς το βαθύτερο νόημά τους ενδέχεται να είναι απείρως φρικιαστικότερες. Σκέφτομαι λ.χ. τα Μαύρα Σκυλιά του Ίαν ΜακΓιούαν (Σέλας 1994) όπου το Κακό παίρνει τη δημόσια μορφή του βιασμού ή της παρα-βίασης της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Εδώ πρόκειται για επανεμφάνιση της φυσικής- ζωώδους βίας, ενσαρκωμένης στα αδέσποτα μαύρα σκυλιά που εκπαίδευε άλλοτε η Γκεστάπο για να συλλαμβάνουν Γάλλους αντάρτες και να βιάζουν κρατούμενες. Το Κακό θα στοιχειώσει έτσι τη ζωή της Αγγλίδας κομμουνίστριας ηρωίδας που έχει αποκτήσει ένα εξοχικό στην ηλιόλουστη μεσογειακή Γαλλία, στα πλαίσια της ενιαίας Ευρώπης. Οι τόποι και οι χρόνοι της αφήγησης σκιάζονται από το συσσωρευμένο ιστορικό μίσος, αλλά και την πλήξη εν μέσω της ευρωπαϊκής ευμάρειας. Καμιά κοινωνικοϊστορική ανάλυση δεν μπορεί- κατά τον ΜακΓιούαν- να ερμηνεύσει την εκφυλισμένη φαντασία και το διεστραμμένο πνεύμα που οδηγεί στην κατασκευή αυτών των υβριδίων - βιαστών. Και όμως, αν το Κακό κατοικοεδρεύει εντός μας, είναι οι πολιτικές- ιστορικές συνθήκες που του επιτρέπουν να εκκολαφθεί ώστε να ξεσπάσει η μαζική βαναυσότητα της οποίας γινόμαστε κοινωνοί. Εν τέλει ο ΜακΓιούαν καλεί σε μια επαναστατικοποίηση της εσώτερης ζωής μας προκειμένου το Κακό να παραμείνει αδρανοποιημένο στη γωνιά του. Τότε ίσως το Καλό ξεθαρρέψει. Αλλιώς, τα Μαύρα Σκυλιά που «ανεβαίνουν με κόπο στην απέναντι πλαγιά... θα ΄ρθουν ξανά να μας στοιχειώσουν, κάπου στην Ευρώπη, σε μια άλλη εποχή».

Αν δεν θέλει κανείς να καταφύγει στην κλασική αυτοενοχοποίηση του γερμανικού πνεύματος, όπως έκαναν παλιότερα ο Χάινριχ Μπελ ( Ομαδικό Πορτραίτο με μια Κυρία ) ή ο Γκύντερ Γκρας ( Η χρονιά του Σκύλου, Το τενεκεδένιο ταμπούρλο κ.ά. )θα πρέπει ίσως να καταφύγει στο έργο του μεγάλου Βέλγου Ούγκο Κλάους ( Η θλίψη του Βελγίου,Οι Φήμες )αλλά και του Ολλανδού Χάρι Μούλλις ( Η Απόπειρα, Πέτρινο Νυφικό Κρεβάτι που, παρεμπιπτόντως, ασχολείται επίσης με τον βομβαρδισμό της Δρέσδης), όλα στις Εκδόσεις Καστανιώτη. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την ανάδυση των «περιφερειακών» φασισμών στη σκιά των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Σ΄ ένα υπόστρωμα μιζέριας, ανισότητας, θρησκευτικών προκαταλήψεων και ακύρωσης των συλλογικών οραμάτων, θα ριζώσει η καχυποψία, θα αναδυθούν τα κατώτερα ένστικτα και θα ανθίσει το μαύρο άνθος της μισαλλοδοξίας. Η Θλίψη του Βελγίου, ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του ύστερου 20ού αιώνα, απεικονίζει με θαυμαστό τρόπο αυτή την πορεία όπου τα αντισυμβατικά, ανήσυχα πνεύματα θα υποταγούν σ΄ έναν κόσμο όπου η ηθική σχετικοποιείται- όπως μας υποδεικνύει στην Απόπειρα ο Μούλλις- και όπου ο τρόμος και η προσπάθεια επιβίωσης καταφεύγουν στην ενοχοποίηση του Άλλου. Όλοι μαζί αθώοι, όλοι μαζί ένοχοι ενώπιον της Ιστορίας, μας ψιθυρίζει ο Μούλλις. Στα γκουλάγκ
Θα μπορούσε να συνεχισθεί επί μακρόν αυτή η περιήγηση στην «Αρχαιολογία του Κακού» όπως εκφράζεται στη σχετικά σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Βόνεγκατ, όλα έχουν ειπωθεί στο Οι Αδελφοί Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι. Μόνο που, αυτό το «όλα» δεν καλύπτει καιρούς κατά τους οποίους το ιδιωτικό κακό γίνεται δημόσιο. Θα κλείσω με μια αναφορά στο βιβλίο του Μάρτιν Έιμις Ιδιωτικές συναντήσεις (Μεταίχμιο 2007)

όπου έχουμε μια αναβίωση της προβληματικής για την αντίπερα όχθη, τα περίφημα γκουλάγκ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Στη συγκλονιστική αυτή αφήγηση η ανθρωπιά έχει χαθεί οριστικά υπό τη σκιά του ολοκληρωτισμού, η δουλεία έχει αναβιώσει, οι άνθρωποι αυτοξεσχίζονται σε συνθήκες ακραίας εξαθλίωσης, ο ιδιωτικός βίος έχει καταργηθεί υπό τη σκιά του σταλινισμού. Ο Έιμις ενεργοποιεί την προβληματική του Βικτώρ Σερζ ( Υπόθεση Τουλάγιεφ, Scripta 2007) για τον ολοκληρωτισμό ως απότοκο των μεγάλων ιδεολογιών όπου «η βία γίνεται νομισματική μονάδα, όπως ο καπνός, όπως το ψωμί». Το Κακό μεταμορφώνεται σε μέσον προς επίλυση διαφορών και η ακραία έκφραση του μίσους ενδημεί εκεί όπου η τριβή των ανθρωπίνων σωμάτων γίνεται ανυπόφορη.

Θα κλείσω αυτή την αναγκαστικά αυθαίρετη περιήγηση μιλώντας για μια ύπουλη- πλην νόμιμη- θεώρηση που υφέρπει σε ορισμένα από τα πιο πάνω βιβλία: Το Κακό ως Καλό, δηλαδή ως παραγωγός Πολιτισμού διά της απόσπασης από τη φυσική κατάσταση.