«Ως φροντιστής της Ολυμπιακής πετούσα συχνά με τον Ωνάση. Μόνος μου του είπα σ΄ ένα δρομολόγιο πως φτιάχνω, ως χόμπι, μεταλλικά κοσμήματα, του χάρισα και μερικά και τα δέχτηκε με χαρά. Μέσα στη συλλογή της Τζάκυ και της Κάλλας πρέπει να βρίσκονται δυο-τρία ορειχάλκινα βραχιόλια, φτιαγμένα από τα χέρια μου…».
Συνθέτει από το πουθενά. Από απλά, εντελώς άχρηστα υλικά ή και πεταμένα υλικά δημιουργεί χειροποίητα κοσμήματα και κάθε λογής άλλα μικρά κομψοτεχνήματα. Με καταγωγή απ΄ το Κάιρο, στα 75 του σήμερα, ο κ. Παύλος Κόρακας παραμένει ακόμα, όπως λέει, «αυτοδίδακτος διαχειριστής της φαντασίας» του. «Όποιο υλικό βρίσκω, το αξιοποιώ, του δίνω άλλη μορφή, χρώμα και σχήμα. Τίποτα δεν πάει χαμένο, το παραμικρό το μεταμορφώνω! Τις προάλλες
«ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ»
Από απλά, εντελώς άχρηστα ή και πεταμένα υλικά δημιουργεί χειροποίητα κοσμήματα και κάθε λογής άλλα μικρά κομψοτεχνήματα
περπατούσα και βρήκα σκόρπιους στον δρόμο ξηρούς καρπούς, τους μάζεψα κι έκανα μ΄ αυτούς ένα ωραιότατο κολλάζ! Φθαρμένα πέταλα γαϊδάρου τα έκανα αγκράφες, μπουκάλια τα ντύνω με δέρμα, τώρα τελείωσα μια σειρά από μπρούντζινα κοσμήματα, βάζω μπρος και για ρολόγια τοίχου…», λέει.
Με 14.644 ώρες πτήσης
Συνταξιούχος φροντιστής της Ολυμπιακής, «με 14.644 ώρες πτήσης σε 28 χρόνια», καταπιάστηκε αρχικά με την τέχνη του στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του, στη… γη. Με το μεράκι του τράβηξε και την προσοχή του Αριστοτέλη Ωνάση, που τον κάλεσε, μέσω επιστολής του, να διακοσμήσει με έργα του τη βιτρίνα της Ολυμπιακής, στην 5η Λεωφόρο της Νέας Υόρκης- αν και αδράνησε, όπως παραδέχεται, να αποδεχτεί την πρόσκληση.
«Καλλιτεχνική φλέβα δεν μπορώ να πω πως είχα από μικρός, μου βγήκε συμπτωματικά στα 30-35 μου. Ταξιδεύοντας, όλα μου τα εκτός έδρας χρήματα τα ξόδευα σε βιβλία χειροτεχνίας, κεραμική, βιτρό και τα σχετικά. Ποτέ στην Ολυμπιακή δεν είσαι σίγουρος, μάθε τέχνη κι ας τηνε…, σκεφτόμουν, ήταν για μένα και μια εκτόνωση απ΄ τη δουλειά να μαστορεύω…». Στο μικρό μαγαζάκι, παλιό ξυλουργείο, που πιάνει στην Πλάκα περνά σύντομα απ΄ τη θεωρία στην πράξη, τις μέρες που δεν πετά. «Για αρχή ασχολήθηκα με το οξυγόνο και το μέταλλο, έφτιαχνα κοσμήματα καλλιτεχνικά- καμιά σχέση με τα σημερινά σχέδια.
Έγιναν περιζήτητα
Στην πορεία, τα έργα μου αυτά έγιναν περιζήτητα· τον καιρό που πετούσα Αθήνα- ΠαρίσιΝέα Υόρκη, νοίκιασα τρεις βιτρίνες στο “Χίλτον”, στο Παρίσι, και τα πουλούσα. Όλα τα κομμάτια έφευγαν, έβγαζα ένα χαρτζιλίκι…», λέει. Και σήμερα, στο σπίτι-εργαστήριό του, στο Μαρούσι, «ανάλογα με τη διάθεση κι όσο πάει…», θα πάρει στα χέρια του τους καμπαράδες (χάλκινα καρφιά), για να φτιάξει όμορφα ξύλινα «πειρατικά» μπαούλα με δερμάτινη επένδυση, θα «παίξει» με τις διακοσμητικές πέτρες και θα τις συναρμολογήσει.
«Μέταλλο, ξύλο, παλιά πλακάκια, κεραμίδια, κοχύλια, λαμαρίνες, οτιδήποτε βρίσκω στο Μοναστηράκι ή αλλού, το κολλώ με ασημοκόλληση, όπως γίνεται σε χρυσό κι ασήμι. Με ξεκουράζει και να ζωγραφίζω διάφορες εικόνες με σύριγγα· πολλές μικρές μαζί αν τις ενώσεις, κάνεις έναν υπέροχο πίνακα ή καθρέφτη! Παλιά ξύλα απ΄ τα σκουπίδια τα ζωγραφίζω, αφηρημένα. Κι από μια χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα ή παλιές εφημερίδες, πάλι θα φτιάξω κάτι, σε κολλάζ…», λέει. «Με ηρεμεί να συνθέτω κομμάτι-κομμάτι ένα έργο μου, μου δίνει ζωντάνια! Δεν επαναλαμβάνω τη δουλειά μου και δεν αντιγράφω, όλες οι δημιουργίες μου είναι πρωτότυπες, αποκλειστικά δικής μου έμπνευσης. Ακόμα και ολόκληρη πόρτα έχω διακοσμήσει…».







