Ο Ρόμπερτ Στόουν, γεννημένος το 1937 στο Μπρούκλιν, αξιωματικός του

αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, συνοδοιπόρος του Τζακ Κέρουακ, ήταν το 1971

ανταποκριτής στο Βιετνάμ. Έγραψε το πρώτο «καλτ» μυθιστόρημα για τον πόλεμο

αυτό, τους «Πολεμιστές της Κόλασης», και τριάντα χρόνια μετά την εκκένωση της

αμερικανικής πρεσβείας στη Σαϊγκόν καταθέτει τη μαρτυρία του στο γαλλικό

περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ».

Το απόγευμα της 29ης Απριλίου 1975, ο ραδιοσταθμός των αμερικανικών ενόπλων

δυνάμεων στη Σαϊγκόν άρχισε να αναμεταδίδει το “White Christmas” του Ίρβινγκ

Μπερλίν, ένα τραγούδι-σύμβολο των Χριστουγέννων. Καμιά νοσταλγία ή

αναχρονισμός στην επιλογή αυτή: ήταν ένα σήμα, το κωδικό μήνυμα που έλεγε σε

όλους τους Αμερικανούς, να ετοιμάσουν τις βαλίτσες τους και να συγκεντρωθούν

σε διάφορα σταυροδρόμια της πρωτεύουσας. Από εκεί, πούλμαν θα τους μετέφεραν

στο αεροδρόμιο “Τον Σον Νχουτ”, που είχε ήδη γίνει στόχος όλμων. Αφού θα

μετέδιδαν το “White Christmas” μισή ντουζίνα φορές, οι ντισκ τζόκεϊ θα έβαζαν

μια μαγνητοταινία με αμερικανικά στρατιωτικά εμβατήρια και θα έφευγαν κι αυτοί

για το αεροδρόμιο.

Στην αρχή αυτού του πολέμου, κανένας Αμερικανός στρατηγός δεν θα τολμούσε να

προβλέψει, ούτε καν να φανταστεί, την προοπτική μιας ήττας. Για πολύ καιρό το

ζήτημα δεν ετίθετο καν: οι στατιστικές, αληθινές ή ψεύτικες, συνέκλιναν προς

μια ευτυχή λύση. Και στο ίδιο διάστημα, ο αμερικανικός Τύπος φάνηκε δειλός και

στήριξε αυτό τον πόλεμο. H στάση του αυτή θα άλλαζε άρδην με την άφιξη μιας

νέας γενιάς δημοσιογράφων. Οι νέοι αυτοί δεν κατάφερναν να πιστέψουν πως ο

πόλεμος αυτός είχε βάση. Αντίθετα από τους πολεμικούς ανταποκριτές του 1945,

δεν θαύμαζαν τα γαλόνια.


Αμερικανός χτυπά έναν Βιετναμέζο στην προσπάθειά του να κλείσει την πόρτα τού

ασφυκτικά γεμάτου ελικοπτέρου κατά την εκκένωση της Σαϊγκόν, τον Απρίλιο του

1975

H Ουάσιγκτον. Για να περιγράψει την ελάχιστα ένδοξη περίοδο ανάμεσα

στην αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων και στο τέλος του πολέμου, η

ξύλινη γλώσσα της Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε τον ευφημισμό: “Ένα αξιοπρεπές

διάλειμμα”. Την άνοιξη του 1975, οι Βορειοβιετναμέζοι εξαπέλυσαν την επίθεση

που θα έφερνε το τέλος του πολέμου. Τον Μάρτιο κατέλαβαν την Μπαν Με Θουτ, την

πρωτεύουσα της επαρχίας Νταλάτς, στα υψίπεδα. Για πρώτη φορά μετά τη μάχη του

Χε Σανχ, το 1968, ο στρατός τους υποστηριζόταν από άρματα μάχης. Τα

στρατεύματά τους διέθεταν πλέον φορητό και εξελιγμένο εξοπλισμό: η εποχή του

αντάρτικου είχε παρέλθει.



Απελπισμένοι Βιετναμέζοι

Μία από τις πιο γνωστές φωτογραφίες που απεικονίζουν την αμερικανική ήττα:

άνδρες, γυναίκες και παιδιά φυγαδεύονται από την ταράτσα της αμερικανικής

πρεσβείας με ελικόπτερα

Για τον Λαϊκό Στρατό, ήταν μια στιγμή “χαράς”, η ώρα της “Μεγάλης Νίκης της

Άνοιξης”. Ολόκληρος ο κόσμος κρατάει στη μνήμη τις εικόνες των απελπισμένων

Βιετναμέζων που προσπαθούσαν να μπουν στον περίβολο της αμερικανικής πρεσβείας

παραβιάζοντας τον κλοιό των Πεζοναυτών. Πιστεύει κανείς πως οι Πεζοναύτες

αυτοί ήταν οι τελευταίοι στρατιώτες που απομακρύνθηκαν από το Βιετνάμ αλλά

τους είχαν στείλει από τα αμερικανικά πολεμικά πλοία που έπλεαν στα ανοικτά

για να καλύψουν την αποχώρηση. Και όμως, στη συλλογική ιστορική μνήμη, αυτή η

εκκένωση της τελευταίας στιγμής είναι αυτό που συνοψίζει καλύτερα από

οτιδήποτε άλλο την αμερικανική ήττα. Επειδή αντιπροσωπεύει όλα τα λάθη

τακτικής και κρίσης, ελάσσονα ή αποφασιστικά.

Πέθαναν για ένα καλύτερο μέλλον

H μονάδα των Βιετκόνγκ, που είχε αναλάβει την κατάληψη του κέντρου της Σαϊγκόν

και της αμερικανικής πρεσβείας κατά την επίθεση του Τετ, αποκαλούνταν τάγμα

υπονομευτών πόλεων (C-10VC), αποτελούνταν από εργάτες, οδηγούς ταξί και

ποδηλάτες. Όλοι πέθαναν για ένα μέλλον που ήλπιζαν διαφορετικό. Τι θα

σκέπτονταν άραγε για τη σημερινή Χο Τσι Μινχ-Βιλ; Στην κορυφή του ξενοδοχείου

“Ματζέστικ”, που στέγαζε τα επιτελεία των εργένηδων Αμερικανών αξιωματικών,

ένα εστιατόριο σερβίρει ώς αργά τη νύχτα μια πελατεία εργολάβων και διεθνών

επενδυτών. Διακρίνει κανείς μερικά επιδεικτικά πολιτικά συνθήματα, αλλά και

διαφημιστικές πινακίδες για γιαπωνέζικα αυτοκίνητα και άλλα προϊόντα του

καπιταλισμού. Στη γωνιά του δρόμου που ονομαζόταν άλλοτε Νγκουγέν Χούε, νεαρές

μοδίστρες εξακολουθούν να ράβουν φορέματα από ακατέργαστο μετάξι για τις

ωραίες ξένες, όπως την εποχή της αποικιοκρατίας. Όχι μακριά από εκεί,

Αμερικανοί και Βιετναμέζοι συζητούν για τη μελλοντική τοποθεσία της

αμερικανικής πρεσβείας. Και στο αεροδρόμιο, σαν για να δείξει πως η ανθρώπινη

φύση δεν έχει αλλάξει, ένας τελωνειακός μου ζητάει φιλοδώρημα: “Κάτι για το

Τετ”…

Επιμέλεια: Γιώργος Αγγελόπουλος

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.