|
|
Ο Ιωσήφ Στάλιν, τον οποίο τόσο θαύμαζε, θα ήταν μάλλον υπερήφανος για τον
βίο και την πολιτεία του Σαντάμ Χουσεΐν. Ο πρώην Ιρακινός δικτάτορας ουδέποτε
απαρνήθηκε το τρίπτυχο της βίας, της καταστολής και της μεγαλομανίας. Μόνος
του, ωστόσο, επιβεβαίωσε στο τέλος πως η γενναιότητα που επεδείκνυε τόσα
χρόνια ήταν πλαστή.
|
Ξέφρενοι πανηγυρισμοί. Ιρακινοί με τα παιδιά στην αγκαλιά πανηγυρίζουν έξω από τα γραφεία του πρώην κόμματος Μπάαθ, στη Βασόρα
|
H σύλληψη του Σαντάμ δεν γράφει μόνο τον επίλογο ενός από τα μεγαλύτερα
ανθρωποκυνηγητά στην Ιστορία. Γράφει ουσιαστικά, με μάλλον εξευτελιστικό
τρόπο, και τον επίλογο μιας ζωής που προκάλεσε μόνο πόνο – σε εκατοντάδες
χιλιάδες ανθρώπους. Ο Σαντάμ γεννήθηκε το 1937, στο χωριό Αουτζά, κοντά στο
Τικρίτ. Στην πολιτική τον έβαλε ένας θείος του που μισούσε τη Βρετανία για την
κατοχή του Ιράκ. Λίγο μετά τα είκοσι του χρόνια, ο Σαντάμ συμμετείχε σε μια
αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας τού τότε Ιρακινού πρωθυπουργού, στρατηγού
Αμπντέλ Καρίμ Κασέμ. Το 1968 πρωτοστάτησε στο πραξικόπημα που έφερε στην
εξουσία το αραβικό σοσιαλιστικό κόμμα Μπάαθ. Ο Σαντάμ ανέλαβε γρήγορα τις
«βρώμικες δουλειές» του νέου ηγέτη, στρατηγού Αχμάντ Χασάν αλ-Μπακρ, και η
κυβέρνηση έβαλε μπροστά την εκκαθάριση των αντιπάλων της. Έως τον Ιούλιο του
1979, ο Σαντάμ είχε κάνει στην άκρη τον αλ-Μπακρ, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του
αδιαφιλονίκητου ηγέτη.
Τα πετρέλαια
|
Οι σιίτες. Ιρακινός πανηγυρίζει για τη σύλληψη του Σαντάμ
|
Χρησιμοποιώντας τον πετρελαϊκό πλούτο του Ιράκ, εφάρμοσε στη δεκαετία του 1970
φιλόδοξες κοινωνικές, εκπαιδευτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. H
διακυβέρνησή του, ωστόσο, έγινε εξαρχής συνώνυμο του τρόμου. Έπειτα από την
εκδίωξη του αλ-Μπακρ, εκτέλεσε 22 ανώτερους αξιωματούχους, συμμετέχοντας
μάλιστα στο εκτελεστικό απόσπασμα. Κάθε κόμμα, σωματείο και κοινωνική οργάνωση
που δεν ελεγχόταν από το Μπάαθ απαγορεύτηκε. Κάθε αντιπολιτευόμενη φωνή
εξαναγκάστηκε στη σιωπή, μέσω του βασανισμού και του θανάτου. Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις, το καθεστώς Σαντάμ έχει θάψει περισσότερους από 300.000
αντιφρονούντες, κυρίως Κούρδους και σιίτες μουσουλμάνους, σε 263 μαζικούς
τάφους, σε διάφορες τοποθεσίες του Ιράκ. Μόνο στις 16 Μαρτίου του 1988
σκοτώθηκαν σε επίθεση με χημικά όπλα, στη Χαλάμπζα, περισσότεροι από 5.000
Κούρδοι.
Στη «δημοκρατία του φόβου» ούτε καν η συγγένεια με τον Σαντάμ αποτελούσε
εγγύηση ασφαλείας. Το 1995 δύο γαμπροί και συγχρόνως εξάδελφοι του Σαντάμ
διέφυγαν μαζί με τις συζύγους τους στην Ιορδανία. Επέστρεψαν πιστεύοντας πως
είχαν αμνηστευτεί. Μέσα σε 72 ώρες ήταν νεκροί. Ο Σαντάμ εμπιστευόταν
λιγοστούς ανθρώπους πέρα από τους γιους του, Ουντάι και Κουσάι, οι οποίοι τον
συναγωνίζονταν σε βαρβαρότητα. Και οι δύο σκοτώθηκαν στις 22 Ιουλίου στη
Μοσούλη, από τις αμερικανικές δυνάμεις.
Από φίλος των ΗΠΑ έγινε εχθρός
Ονειρευόμενος να κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή, ο πρώην Ιρακινός
δικτάτορας επεχείρησε δύο καταστροφικές εισβολές. Το 1980, και έχοντας την
υποστήριξη των ΗΠΑ, της Σοβιετικής Ένωσης καθώς και αρκετών ευρωπαϊκών χωρών,
επιτέθηκε στο Ιράν, ξεκινώντας έναν οκταετή πόλεμο με τεράστιο ανθρώπινο και
οικονομικό κόστος. Μια δεκαετία αργότερα, τα στρατεύματά του επιτέθηκαν στο
Κουβέιτ, για να εκδιωχθούν επτά μήνες αργότερα από μια στρατιωτική συμμαχία με
επικεφαλής τις ΗΠΑ. Το στάτους κβο ανατράπηκε και ο Σαντάμ έγινε από φίλος
εχθρός. Επιβλήθηκαν στο Ιράκ οικονομικές κυρώσεις που οδήγησαν σε θάνατο
χιλιάδες παιδιά. Ο Σαντάμ, ωστόσο, δεν έπαψε να ζει μέσα στην πολυτέλεια.
Για αρκετά χρόνια, η αμερικανική πολιτική επικεντρώθηκε στην ανάσχεση του
Σαντάμ. Έπειτα από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, ωστόσο, ο Μπους επέλεξε την
Βαγδάτη ως τον επόμενό του στόχο, μετά το Αφγανιστάν, στον “πόλεμο εναντίον
της τρομοκρατίας”. H συνέχεια είναι γνωστή. Με πρόσχημα τα “όπλα μαζικής
καταστροφής” που παραμένουν άφαντα, και παρακάμπτοντας τον ΟΗΕ, ΗΠΑ και
Βρετανία εισέβαλαν στις 20 Μαρτίου στο Ιράκ. Μέχρι και τις 9 Απριλίου, ημέρα
που έπεσε η Βαγδάτη, τελευταία ημέρα που εθεάθη ως πρόεδρος του Ιράκ, ο Σαντάμ
εμφανιζόταν προκλητικός και βέβαιος για τη νίκη. Παρόμοιο μαχητικό περιεχόμενο
είχαν και τα μηνύματα που απηύθυνε στη συνέχεια προς τον ιρακινό λαό από την
κρυψώνα του. H Ιστορία έμελλε να επιβεβαιώσει τη ρήση του Γκάντι: “Για κάποιο
διάστημα οι δικτάτορες μπορεί να μοιάζουν ανίκητοι… στο τέλος όμως πάντα
πέφτουν”.










