Ήταν απαλό, έως τότε, το θρόισμα των φύλλων και ήταν δροσερό το νερό της
ζωής που «φορούσε» τόσον καιρό για εκείνη την καλή της φορεσιά, στο πιο καλό
της σενάριο. Όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, λες και ήταν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
|
Λονδίνο, 1968. Μια μοναχική βόλτα, με την Μαργαρίτα στο καρότσι και δίπλα της την δική της μητέρα, σε μία από τις ελάχιστες συναντήσεις τους
|
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟ που τέλειωσε το 3ο Γυμνάσιο Πειραιά, η κόρη του τραπεζικού
Φώτη Τριγωνόπουλου και της Αναστασίας, που όριζε τα του οίκου της, η
Ευαγγελία, που δεν είχε πάει ποτέ στο θέατρο αλλά είχε ξανοιχθεί στον θεατρικό
ορίζοντα σαν ιστιοφόρο στο πλατύ πέλαγος, είχε ήδη κατακτήσει τον τίτλο της
«ενζενί», ύστερα της «σταρ», θάμπωνε κοινό και κριτικούς και δεχόταν
καταιγισμό προτάσεων…
Είχε «θαμπώσει» φυσικά κι εκείνον τον μακρινό συγγενή της, τον ηθοποιό Στέφανο
Ληναίο, που όταν σ’ ένα θεατρικό διάλειμμα στάθηκε μπροστά του και δισταχτικά
ψιθύρισε «… ξέρετε, είμαι η Τριγωνοπούλου», σήκωσε αδιάφορα το βλέμμα του κι
ύστερα έμεινε… κάγκελο. Είχε προηγηθεί η συνάντηση ζωής, πολλά και διάφορα
είχαν διαδραματισθεί όπως στο θέατρο, έτσι και στη ζωή στην αρχή καθόλου
δεν την γοήτευσε αυτός ο τύπος που έμοιαζε λιγουλάκι μονοκόμματος με εκείνο το
απόμακρο δασκαλίστικο ύφος. Κι ας του είχε ξεφύγει του Στέφανου, μέσα από τα
δόντια του φυσικά, εκείνο το ιστορικό υπονοούμενο «βλέπω ότι έχεις και πολύ… ενδιαφέρον».
ΣΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Όλα έβαιναν «καλώς καμωμένα» για το ανυποψίαστο κορίτσι, που δεν ήξερε από
κακουχίες και ανημπόρια, που ενηλικιωνόταν στο θέατρο και στα φτερά ενός έρωτα
που ήταν αστραφτερός κι ας μην ήταν αιφνίδιος!
Εννέα ταινίες σε τρία χρόνια, το βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το ’65, με
την «Επιστροφή» της, ο γάμος, φυσικά με τον Στέφανο, η κοινή πορεία και η
τελευταία τους ταινία, το «Μιας πεντάρας νιάτα». Όλα ρόδινα και φρέσκα…
Φρεσκότερο όλων το «Καληνύχτα Μαργαρίτα». Εκείνη η «άγουρη» μικρή, δίπλα σ’
έναν θεό: τον Μάνο Κατράκη. Ανέβηκε στη σκηνή, υποδυόμενη την αντιστασιακή
δασκαλίτσα που λατρέψαμε τον Φεβρουάριο του ’67. «Είναι το έργο της ζωής σου»,
της είπε προφητικά ο Στέφανος. Κι έγινε σταθμός, ρόλος ζωής…
Υπήρχε μια «περίεργη» αίσθηση στην ατμόσφαιρα, που εκείνη δεν «έπιανε». Ο
κόσμος συνέρεε έξω από το θέατρο, γινόταν σκοτωμός για ένα εισιτήριο και οι
δρόμοι έκλειναν λες και όλοι γνώριζαν πόσο μικρή ζωή θα είχε αυτή η θεατρική πράξη!
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ «ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ»
Ήταν η στιγμή που η ζωή θέλησε να δείξει τα δόντια της και στην Έλλη Φωτίου.
Για να την δοκιμάσει, ίσως, για να την σφυρηλατήσει… Όλα έγιναν με την
ταχύτητα που ο χρόνος ορίζει. Η «Μαργαρίτα» έμελλε να πει απροσδόκητα την
τελευταία της καληνύχτα: «Το έργο “κατέβηκε” εν μια νυκτί με το ξημέρωμα της
21ης Απριλίου. Εκεί που υπήρχε φως και ελπίδα, ήρθαν σκοτάδι, φόβος και ανασφάλεια».
Βίωσε το χάος που φέρνει το «τετελεσμένο γεγονός», η ανατροπή. Το κορίτσι, που
τίποτα δεν γνώριζε από πολιτική και αντιστασιακούς αγώνες, βρέθηκε στο
σταυροδρόμι των μεγάλων αποφάσεων.
Βρέθηκε να παίζει για λίγο «Γκόλφω», με Τάσο τον Κατράκη, στο Πεδίον Άρεως.
Βρέθηκε, ως όνομα και παρουσία, «εξόριστη» από τους θεατρικούς καταλόγους και
τα κινηματογραφικά πεπραγμένα.
Βρέθηκε να κυνηγά το ψωμί τής επιβίωσης και να αλαφιάζεται από τους
νυχτερινούς κρότους.
Βρέθηκαν, μαζί με τον πολιτικοποιημένο Στέφανο Ληναίο, στο περιθώριο, στην αφάνεια.
«ΑΝ ΜΑΣ ΠΙΑΣΟΥΝ ΜΑΣ ΕΠΙΑΣΑΝ»
Πού την βρήκε εκείνη την τόλμη, να βγει πρώτη, ως Ευαγγελία Μυτιληναίου, έξω
από τα σύνορα, έτσι, για να «χαράξει» τα ίχνη της απόδρασης που ακολούθησε,
ούτε που το ξέρει. Τους ξεγέλασε, «δεν με συνέλαβαν.
Επέλεξα ως τόπο της αυτοεξορίας μας το Λονδίνο. Γύρισα πίσω. “Αν μας πιάσουν,
μας έπιασαν”, είπε φλεγματικά ο Στέφανος. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, δίχως να το
πούμε σε κανέναν. Μέσα στη νύχτα, σαν τους κλέφτες…».
Φορούσε τσεμπέρι στο κεφάλι και μαύρα γυαλιά στα μάτια… Σ’ όλη τη διαδρομή,
μέχρι τα σύνορα, ήταν απαρηγόρητη: «Έκλαιγα χωρίς σταματημό.
Ο Στέφανος προσπαθούσε να με καλμάρει, αλλά εγώ ήμουν τόσο αθώα και άπραγη
ακόμα, που δεν μπορούσα να το χωνέψω:
“Με ποιο δικαίωμα θα μας σταματήσουν;”, έλεγα και ξανάλεγα και εκείνος
απαντούσε πανικόβλητος: “Μα, είσαι τρελή, δεν καταλαβαίνεις;”.
Φτάσαμε στα σύνορα και δεν μας… πρόσεξαν! Η μπάρα σηκώθηκε, το αυτοκίνητο
κύλησε λίγα μέτρα και τότε τους ακούσαμε που φωνάζανε και τρέχανε οργισμένοι,
αλλά ήταν πλέον αργά…».
ΜΕ ΛΙΓΟΣΤΑ ρούχα, τις οικογενειακές φωτογραφίες και τις μικρές τους οικονομίες
υπό μάλης έφτασαν στο Λονδίνο. Εκεί τους περίμενε ο κινηματογραφιστής Φώτης
Μεστεναίος. Και στο σπίτι του καλού φίλου φιλοξενήθηκαν τους πρώτους μήνες.
Αυτά τα τρία χρόνια αυτοεξορίας (τριάντα ένα χρόνια πριν) είναι τα χρόνια που
σημάδεψαν την ανθρώπινη πορεία της. Είναι τα χρόνια που η αθωότητα έσβησε
ανεπιστρεπτί. Η ζωή πήρε ένα χρώμα μουντό, γκρίζο, φθινοπωρινό. Ξένη, ανάμεσα
σε ξένους, που νοιάζονταν λίγο ή καθόλου, εκδιωγμένη από τον τόπο της, μακριά
από γονείς, φίλους, συγγενείς, δίχως ένα συναισθηματικό στήριγμα, ένα
αποκούμπι. Δεν ήταν πια άγουρη ή ανυποψίαστη. Ήταν η γυναίκα που γνώριζε τον
πόνο και την απομόνωση σε ένα δρόμο μοναχικό, με προβλήματα επιβίωσης. Μια
σταρ στο ζενίθ της καριέρας της, που είχε χάσει τα πάντα. Αλλά αυτό άρχισε να
τη νοιάζει λιγότερο.
Τι παράδοξο στ’ αλήθεια! Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα της δημοκρατίας είχε και τη
μεγάλη πρόταση για διεθνή καριέρα. Η παραγωγή θα ήταν ελληνοσοβιετική κι
εκείνη, στο πλάι ενός σπουδαίου θεατράνθρωπου: του Ουλιάνοφ. Είχε πει το
μεγάλο «ναι», αλλά η ζωή το έκανε μεγάλο «όχι». Αυτά τα τρία χρόνια ήταν τα
χρόνια της πίκρας. Ένας συνεσταλμένος άνθρωπος ωρίμαζε σ’ ένα άγνωστο τοπίο.
Οι οικονομίες γρήγορα εξανεμίστηκαν. Τα όνειρα πλεύριζαν το ένα το άλλο, στον
χώρο του υποσυνειδήτου. Ο Στέφανος έκανε τα πάντα. Αυτός έβγαινε στη γύρα για
δουλειά, πούλησε έως και τσιγάρα, χτύπησε τις μικροδουλειές της επιβίωσης,
κάποιες φορές στο BBC, κάποιες άλλες με σατιρικά κείμενα που προωθούσε ο
Παύλος Μπακογιάννης στο ελληνικό κομμάτι της γερμανικής Ντόιτσε Βέλε: «Η
μεγαλύτερή μας ανάγκη ήταν να συνδράμουμε, με τις όποιες μικρές μας δυνάμεις,
τον αντιδικτατορικό αγώνα και να βρισκόμαστε με τους άλλους Έλληνες σε βραδιές
φασολάδας, να ακουμπάμε ο ένας πάνω στον άλλον τους καημούς και τις ζωντανές
μας μνήμες…». Εν μέσω αντιξοοτήτων μένει έγκυος. Και αποφασίζουν, προς
έκπληξη των πάντων, να κρατήσουν ζωντανή «αυτή την ηλιαχτίδα που ερχόταν να
μας φωτίσει. Ήταν μια απρόσμενη χαρά…». Γεννιέται η Μαργαρίτα με το
συμβολικό της όνομα και στο νοσοκομείο «πέφτει μια επιδημία στα ματάκια των
μωρών και όταν παίρνω εξιτήριο, μου λένε: «Το μωρό θα παραμείνει λίγες μέρες
πίσω». Και ξαφνικά αδειάζω, νομίζω ότι πεθαίνω, ότι αναπνέω την τελευταία μου
ανάσα… Και κλαίω, γοερά, όπως τη νύχτα που αποδράσαμε, μέχρι να την πάρω πίσω!».
Την έφερε μωρό τη Μαργαρίτα στην Ελλάδα και τον Αλέξη έμβρυο, στην κοιλιά της.
Η ξενιτιά τούς απόδιωξε, δεν την άντεξαν άλλο. Δεν κυνήγησαν εκείνη ένταλμα
σύλληψης υπήρχε μόνο για τον Ληναίο. Όλα βιώθηκαν, όλα ήταν στο πλάνο της
ενηλικίωσης για την εξέλιξη του ανθρώπινου κυττάρου, τον εξευγενισμό μιας
ψυχής που παρέμεινε τρυφερή και «ανόθευτη». Όλα έπαιξαν τον δικό τους ρόλο για
τις σιωπές και τις αποστάσεις που κράτησε η Έλλη Φωτίου από τα φώτα της
δημοσιότητας, για τις επιλογές και τις στάσεις ζωής που υιοθέτησε… Στα
χρόνια που ήρθαν και παρήλθαν βιώθηκαν και εκείνες οι στιγμές που η μνήμη της
«αυτοεξορίας στο Λονδίνο» λειτούργησε καταλυτικά, καταπραϋντικά…
Ήξερε πια, κάθε φορά που χρειαζόταν, εκείνη η πάλαι ποτέ άγουρη ενζενί με το
ανεπιτήδευτο πρόσωπο, «με ποιους θα πάω και ποιους θα αφήσω». Ξέρει και
σήμερα, μετά πέντε χρόνια θεατρικής απουσίας, γιατί ξανανοίγει τις πόρτες του
το σπίτι τους, το «Άλφα», με τους «Ανοιχτούς λογαριασμούς», ενός Εγγλέζου
«τι σύμπτωση», λέει συγκινημένη , του Τζον Πρίσλεϊ. Πάνω σε μια ανατροπή
λειτουργεί και στη σκηνή! Όπως και στη ζωή της…








