Η επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών – Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απλή αντίδραση σε μια σαφώς προσδιορισμένη απειλή, αλλά ως προϊόν μιας σύνθετης σύζευξης διεθνών στρατηγικών επιδιώξεων και εσωτερικών πολιτικών δυναμικών. Η επίσημη αιτιολόγηση της επίθεσης, εστιασμένη στην αποτροπή μιας επικείμενης πυρηνικής απειλής, υπονομεύθηκε εκ των έσω από κορυφαίους θεσμικούς παράγοντες. Ο Τζο Κεντ, επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, παραιτήθηκε δηλώνοντας ότι το Ιράν δεν συνιστούσε άμεσο κίνδυνο και ότι η απόφαση για πόλεμο προέκυψε υπό την πίεση ισραηλινών παραγόντων και ισχυρών δικτύων επιρροής. Αντίστοιχα, η Τούλσι Γκάμπαρντ, ως επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, αμφισβήτησε δημόσια το αφήγημα περί πυρηνικής απειλής, υπογραμμίζοντας την απουσία ενδείξεων επανεκκίνησης του ιρανικού προγράμματος.

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν συνιστούν απλώς πολιτικές αποκλίσεις, αλλά ενδείξεις μιας βαθύτερης κρίσης νομιμοποίησης, η οποία αναδεικνύει τη σημασία των εσωτερικών μηχανισμών διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής. Στο σημείο αυτό, η ανάλυση του John Mearsheimer αποκτά ιδιαίτερη ερμηνευτική αξία. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή έχει συμβάλει σε μαζική ανθρώπινη καταστροφή, με εκτιμήσεις που φτάνουν έως και τα 38.000.000 θύματα, υποδηλώνοντας μια διαχρονική παθολογία υπερεπέκτασης και λανθασμένης ιεράρχησης στρατηγικών προτεραιοτήτων.

Η παθολογία αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τον ρόλο του Ισραηλινού Λόμπι, το οποίο λειτουργεί ως πολυεπίπεδο σύστημα επιρροής που εκτείνεται από το Κογκρέσο έως τα μέσα ενημέρωσης και τις δεξαμενές σκέψης. Η σημασία του έγκειται όχι μόνο στην άσκηση άμεσης πολιτικής πίεσης, αλλά κυρίως στη διαμόρφωση του πλαισίου εντός του οποίου η απειλή νοηματοδοτείται. Μέσω αυτής της διαδικασίας, το Ιράν μετασχηματίζεται από περιφερειακό ανταγωνιστή σε υπαρξιακό κίνδυνο, καθιστώντας τη στρατιωτική επιλογή πολιτικά βιώσιμη και στρατηγικά επιθυμητή.

Ωστόσο, η μετάβαση από τη νομιμοποίηση της σύγκρουσης στην εφαρμογή της ανέδειξε μια κρίσιμη αντίφαση μεταξύ επιχειρησιακής υπεροχής και στρατηγικής σαφήνειας. Παρά τη συντριπτική στρατιωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών – Ισραήλ, η απουσία ενιαίου πολιτικού σκοπού (μεταξύ αποτροπής, αποδυνάμωσης και αλλαγής καθεστώτος) υπονόμευσε τη δυνατότητα μετατροπής της τακτικής επιτυχίας σε βιώσιμο στρατηγικό αποτέλεσμα.

Η ιρανική αντίδραση κατέδειξε με ιδιαίτερη ένταση τα όρια αυτής της προσέγγισης. Αντί να επιδιώξει συμμετρική αντιπαράθεση, η Τεχεράνη μετέφερε το κέντρο βάρους της σύγκρουσης στην περιφερειακή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία, στοχεύοντας ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες οδούς. Με τον τρόπο αυτό, επεδίωξε να αυξήσει το κόστος του πολέμου για τους αντιπάλους της σε βαθμό πολιτικά μη διαχειρίσιμο, μετατρέποντας μια στρατιωτική αναμέτρηση σε ευρύτερη γεωοικονομική κρίση.

Οι συνέπειες της εξέλιξης υπερβαίνουν το επιχειρησιακό επίπεδο, καθώς η αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής, η ενίσχυση των εξαρτήσεων ασφάλειας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η διατάραξη των ενεργειακών ροών αναδιαμορφώνουν το διεθνές σύστημα. Εντός αυτού, ένα αποδυναμωμένο αλλά επιζών ιρανικό καθεστώς δύναται να καταστεί επιθετικότερο, επενδύοντας σε ασύμμετρες μορφές ισχύος και αναδεικνύοντας τα δομικά όρια της σύγχρονης ηγεμονικής ισχύος.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.