Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, το ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσει, αλλά και αν μπορεί όντως να τελειώσει ή αν πρόκειται να μετατραπεί σε ακόμη μία «παγωμένη σύγκρουση» στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 αποτέλεσε την επίσημη έναρξη ενός πολέμου που, στην πραγματικότητα, είχε ξεκινήσει ήδη από το 2014. Στο διάγγελμά του, ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρουσίασε τη ρωσική στρατιωτική επέμβαση ως αναγκαστική απάντηση σε μια διαρκή απειλή: την ανατολική διεύρυνση του ΝΑΤΟ, τις, κατά τον ίδιο, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της Δύσης και την υποτιθέμενη ανάγκη προστασίας του ρωσόφωνου πληθυσμού του Ντονμπάς από μια «γενοκτονία» που αποδόθηκε στις φιλοδυτικές ουκρανικές ελίτ.
Ωστόσο, οι ρίζες της σύγκρουσης βρίσκονται στο Ευρωμαϊντάν. Οι πολύμηνες διαδηλώσεις του 2013-2014 οδήγησαν στην ανατροπή του φιλορώσου προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς και στην ανάδειξη πολιτικών δυνάμεων που επιδίωξαν να τοποθετήσουν την Ουκρανία στην τροχιά της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΝΑΤΟ. Ακολούθησε η προσάρτηση της Κριμαίας, έπειτα από ένα αμφισβητούμενο δημοψήφισμα που διεξήχθη υπό τη σκιά ενόπλων χωρίς διακριτικά, τα λεγόμενα «πράσινα ανθρωπάκια».
Την περίοδο εκείνη, η διεθνής αντίδραση υπήρξε συγκρατημένη. Η προσάρτηση της Κριμαίας θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, λόγω της στρατηγικής σημασίας της για το ρωσικό ναυτικό, ενώ η ένοπλη εξέγερση στο Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ, με τη σιωπηρή στήριξη της Μόσχας, δεν προκάλεσε άμεση κλιμάκωση των δυτικών αντιδράσεων. Η τότε επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας μιλούσε για παραβίαση του διεθνούς δικαίου και αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Ουκρανίας, ενώ οι κυρώσεις της ΕΕ προς τη Ρωσία ήταν περιορισμένες και σταδιακές.
Το 2022, όμως, η στάση της Ευρώπης άλλαξε ριζικά. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής χρησιμοποίησε σκληρή και ανοιχτά καταγγελτική γλώσσα, κάνοντας λόγο για «βάρβαρη επίθεση» και «απρόκλητη, αδικαιολόγητη επιθετική ενέργεια». Οι κυρώσεις που ακολούθησαν ήταν σαρωτικές και συστημικές, πλήττοντας τον χρηματοπιστωτικό, ενεργειακό και τεχνολογικό πυρήνα της ρωσικής οικονομίας. Παράλληλα, η Ευρώπη επιτάχυνε τη συζήτηση για στρατηγική αυτονομία σε τομείς όπως η ενέργεια και η άμυνα, ενώ η Ουκρανία έλαβε εν μέσω πολέμου καθεστώς υποψήφιας χώρας για ένταξη στην ΕΕ. Η Ρωσία πλέον αντιμετωπίζεται επίσημα ως μακροπρόθεσμη στρατηγική απειλή.
Αλλά και η ίδια η Ρωσία άλλαξε. Τα τελευταία χρόνια έγινε πιο αποφασιστική στην εξωτερική της πολιτική και πιο απολυταρχική στο εσωτερικό. Ενίσχυσε την εθνικιστική ρητορική, περιόρισε περαιτέρω τον δημόσιο διάλογο και αναπροσανατόλισε την οικονομική και ενεργειακή της στρατηγική προς τις χώρες των BRICS.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ουκρανία θα αποτελέσει μια ακόμη περίπτωση της ρωσικής στρατηγικής των «παγωμένων συγκρούσεων», όπως η Υπερδνειστερία, η Αμπχαζία, η Νότια Οσετία ή το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Πρόκειται για συγκρούσεις που δεν επιλύονται, αλλά «παγώνουν», μπλοκάροντας την ένταξη χωρών σε υπερεθνικούς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, διατηρώντας ταυτόχρονα χαμηλό το κόστος για τη Μόσχα. Είναι μια δοκιμασμένη πολιτική, που έχει αποδώσει στο παρελθόν και ίσως αποδώσει ξανά.
Παρά τις ενδείξεις ότι, ύστερα από μήνες διαπραγματεύσεων, τα εμπλεκόμενα μέρη αναζητούν κοινό έδαφος για μια ειρηνευτική συμφωνία, ένα είναι βέβαιο: σε έναν πόλεμο δεν κερδίζει κανείς πραγματικά. Το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς για το μέλλον παραμένει το παρελθόν. Και αυτό δείχνει ότι οι γεωστρατηγικές ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί είναι βαθιές και δύσκολα αναστρέψιμες στο άμεσο μέλλον.
Η Σοφία Τυπάλδου είναι επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο






