Οι πρόσφατες δηλώσεις του Δημήτρη Νατσιού για τη θεωρία της εξέλιξης συμβάλλουν στην αναβίωση μιας παλιομοδίτικής απολογητικής που ταυτίζει τη χριστιανική πίστη με την άρνηση της επιστημονικής γνώσης και συνιστούν ένα πολιτισμικό πισωγύρισμα που σκοπό έχει να κατασκευάσει a priori ένα σύμπαν από εχθρούς. Σαν να κινδυνεύει η διδασκαλία του χριστιανισμού από τη βιολογία και σαν η καχυποψία απέναντι στην επιστήμη να μπορεί να υπερασπιστεί την παράδοση.
Δεν πρόκειται ασφαλώς για ένα αθώο ρητορικό σχήμα, αλλά για μια ιδεολογική μεταμφίεση μύχιων ανασφαλειών. Κι αυτό γιατί η κατά γράμμα κατανόηση της Αγίας Γραφής δεν αποτελεί σεβασμό στο ιερό κείμενο αλλά μάλλον τρόπο για να κλείνει κανείς τα αφτιά του σε κάθε δύσκολη ερώτηση.
Οταν η βιβλική διήγηση της δημιουργίας αντιμετωπίζεται ως επιστημονικό χρονικό, ο θεολογικός στοχασμός παραιτείται από το ίδιο του το βάθος και υποβιβάζεται σε κακή φυσική. Και επιπλέον, όταν η εξέλιξη των ειδών παρουσιάζεται ως βλασφημία και προσβολή του προσώπου της Παναγίας και του Χριστού, τότε δεν μιλάμε για έκφραση ευσέβειας και θρησκευτικής συνέπειας αλλά για τη διατύπωση ενός δημόσιου λόγου που εκπαιδεύσει τον πιστό στη συνωμοσιολογία και τη μόνιμη πολεμική ετοιμότητα.
Απέναντι σε τέτοια φαινόμενα η απάντηση θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη. Τα προνεωτερικά μοντέλα, όταν προβάλλονται σήμερα ως δεσμευτικά ερμηνευτικά σχήματα και όχι ως ιστορικές φάσεις του ανθρώπινου στοχασμού, δεν αποτελούν παράδοση αλλά αναχρονισμό.
Το να επαναφέρει κανείς, ως κριτήριο ορθοδοξίας, μια κυριολεκτική χρονολόγηση του κόσμου (όπως τα βυζαντινά σχήματα περί δημιουργίας γύρω στο 5500 π.Χ.) ή να επιμένει ότι οι βιβλικές διηγήσεις περί δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου συνιστούν ιστορικά γεγονότα αποτελεί με απλά λόγια άρνηση της πραγματικότητας. Και για να μην κρυβόμαστε, είναι και άρνηση της ίδιας της χριστιανικής διανοητικής παράδοσης, η οποία γνώριζε πάντοτε την αλληγορία, τη διάκριση των ειδών λόγου και την επίγνωση ότι τα ιερά κείμενα δεν υπάρχουν για να υπηρετούν της ανάγκες της επιστημονικής κοσμολογίας.
Η έτοιμη απάντηση στο στόμα των διαφωνούντων είναι το επιχείρημα «μα έτσι πίστευαν οι Πατέρες». Η χριστιανική πατερική παράδοση, όμως, δεν είναι και δεν οφείλει να λειτουργεί ως μαγικό φυλαχτό. Και πολύ περισσότερο δεν είναι πανάκεια για ζητήματα ανθρωπολογίας και κοσμολογίας. Δεν μπορούν οι Πατέρες της Εκκλησίας να λειτουργούν ως ερμηνευτικό φρένο απέναντι σε ό,τι γνωρίζουμε για τον κόσμο.
Είναι άλλο πράγμα η θεολογική τους διορατικότητα και άλλο ο ιστορικός τους ορίζοντας και το πνευματικό πλαίσιο της εποχής στην οποία έζησαν. Σε τελική ανάλυση, η Εκκλησία δεν τιμά τους Πατέρες όταν τους μετατρέπει σε επιχείρημα κατά της γνώσης. Η αληθινή τιμή των Πατέρων έρχεται όταν συνεχίζεται η μέθοδός τους, δηλαδή η δημιουργική τόλμη και το άνοιγμα σε όλα τα επίπεδα του λόγου με διάθεση αγαπητικού διαλόγου και χωρίς φοβικά αντανακλαστικά.
Στην Ευρώπη, ο καθολικός και προτεσταντικός κόσμος εδώ και δεκαετίες αντιμετώπισαν το θέμα με αξιοσημείωτη σοβαρότητα που δεν χωρεί σε συνθηματολογίες. Υστερα από καθυστερήσεις και μέσα από τραύματα, συνειδητοποίησαν ότι δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί η χριστιανική πίστη πάνω στην επιστημονική άγνοια.
Επένδυσαν στον επιστημονικό εγγραμματισμό και τη θεολογική του επεξεργασία ρίχνοντας γέφυρες με την ερευνητική κοινότητα και – ίσως το σημαντικότερο – χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της διάκρισης. Με τον τρόπο αυτό ο διάλογος δεν έγινε πεδίο επίδειξης ισχύος, αλλά μια δύσκολη μαθητεία ωριμότητας, όπου η πίστη δεν αισθάνεται ότι απειλείται από τη γνώση, ούτε η γνώση χρειάζεται να μεταμφιεστεί σε κοσμοθεωρία για να επιβληθεί.
Αν κάτι πρέπει να αποδοκιμαστεί, λοιπόν, δεν είναι «η επιστήμη που επιτίθεται στην πίστη» αλλά η νεοσυντηρητική κατασκευή ενός κόσμου όπου όλα είναι απειλή και κάθε γνώση «πόλεμος».
Η λογική αυτή δεν υπερασπίζεται την Ορθοδοξία αλλά την εκθέτει και την εγκλωβίζει στο χθες, τη στιγμή που η πραγματική πιστότητα στην παράδοση θα έπρεπε να σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: σοβαρό διάλογο με την επιστήμη χωρίς φόβους, φαντάσματα και εχθρούς σε κάθε γωνία.
Ο δρ Νίκος Κουρεμένος είναι διδάσκων Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και ερευνητικός εταίρος στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου






