Το τελευταίο σκάνδαλο για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων δεν αποτελεί μια μεμονωμένη εκτροπή. Οπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές, τα Τέμπη που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση, συνιστά εκδήλωση μιας βαθύτερης και χρονίζουσας θεσμικής κρίσης. Διαφορετικές υποθέσεις, κοινός παρονομαστής: η αδυναμία – ή η απροθυμία – του πολιτικού συστήματος να θωρακίσει ουσιαστικά τη λογοδοσία και τη διαφάνεια. Αντί για θεσμική αυτοκάθαρση, παρακολουθούμε έναν φαύλο κύκλο συμψηφισμών.

Η εκτεταμένη διαφθορά δεν είναι απλώς ηθικό ολίσθημα προσώπων. Είναι δομική δυσλειτουργία. Οταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ενεργοποιούνται επιλεκτικά, όταν οι δικλίδες ασφαλείας αποδεικνύονται ανεπαρκείς ή πολιτικά εξαρτημένες, το μήνυμα προς την κοινωνία είναι σαφές: το σύστημα αναπαράγει τον εαυτό του. Ετσι η καχυποψία γενικεύεται και η εμπιστοσύνη – ο θεμέλιος λίθος κάθε δημοκρατίας – διαβρώνεται.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι ρόλοι αντιστρέφονται με ευκολία. Οι κατήγοροι γίνονται κατηγορούμενοι και το αντίστροφο, ανάλογα με την κομματική αφετηρία. Το παρελθόν επιστρατεύεται για να νομιμοποιήσει το παρόν και να προετοιμάσει την επανάληψη παρόμοιων πρακτικών στο μέλλον. Ολα σχετικοποιούνται «στο όνομα του κόμματος».

Η χώρα εγκλωβίζεται σε ένα σισύφειο σχήμα, όπου κάθε κρίση γεννά πρόσκαιρη αγανάκτηση, αλλά όχι θεσμική μεταρρύθμιση και λύτρωση.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο διαδικαστικό. Μια δημοκρατία που λειτουργεί δεν εξαντλείται στη νομιμότητα· θεμελιώνεται στην ηθική του δημόσιου βίου. Οι κανόνες δεν αρκούν αν δεν διαπερνώνται από αξίες: ακεραιότητα, αίσθημα καθήκοντος, σεβασμό στο δημόσιο χρήμα, συνείδηση ευθύνης απέναντι στον πολίτη. Αλλά και ως ευθύνη του πολίτη να συμμορφώνεται στον νόμο και όχι να αναζητά τη υπέρβασή του, όταν δεν τον εξυπηρετεί.

Η τυπική συμμόρφωση με τον νόμο, ακόμη κι όταν συμβαίνει, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ουσιαστική προσήλωση στο πνεύμα του. Χωρίς ηθικό υπόβαθρο, το κανονιστικό πλαίσιο μετατρέπεται σε εργαλείο διαχείρισης εντυπώσεων.

Η δημοκρατία προϋποθέτει εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη παράγεται από συνέπεια λόγων και έργων. Οταν αυτή η συνέπεια απουσιάζει, η οργή, η αμφισβήτηση και η αποστασιοποίηση ενισχύονται.

Τα συστημικά κόμματα, με τις πρακτικές τους, τροφοδοτούν άθελά τους – ή και από αλαζονεία – την αντισυστημική αντίδραση. Ο ανορθολογισμός δεν γεννιέται στο κενό· ανθεί εκεί όπου οι θεσμοί εμφανίζονται σε ανοσοκαταστολή. Χωρίς ισχυρά «αντισώματα» διαφάνειας και λογοδοσίας, το πολιτικό σύστημα που ασθενεί δεν πείθει ότι μπορεί να ιαθεί.

Κι όμως, η πλειονότητα της κοινωνίας δεν επιζητεί την αποδόμηση της δημοκρατικής τάξης. Επιθυμεί ένα καλύτερο σύστημα: λειτουργικό, δίκαιο, αξιοκρατικό. Στο υπόλοιπο ακροατήριο επενδύουν οι ακραίοι και οι λαϊκιστές, προσφέροντας εύκολες βεβαιότητες.

Ο δημόσιος λόγος πολώνεται, το άσπρο-μαύρο κυριαρχεί, η κοινή γνώμη διχοτομείται σε «followers» και «haters». Ολοι εμμένουν στις απόλυτες αλήθειές τους. Και, όπως υπενθυμίζει ο Τσέχοφ, η ψευδαίσθηση που μας συναρπάζει συχνά υπερισχύει της άβολης αλήθειας.

Ακόμη και η αναθεώρηση του Συντάγματος, που θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία θεσμικής επανεκκίνησης, κινδυνεύει να υποταχθεί σε προκρούστεια κομματικά μέτρα. Χωρίς σύνεση, μετριοπάθεια, αυτοκριτική και ειλικρινή διάθεση συναίνεσης, θα απαξιωθεί.

Σε μια περίοδο έντονων οικονομικών, τεχνολογικών και γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της αμεριμνησίας. Η ποιότητα της δημοκρατίας μας – ο μόνος ασφαλής δρόμος – δεν θα κριθεί μόνο από την αντοχή της στους κραδασμούς, αλλά από το μέτρο της ανοχής μας σε φαινόμενα που την υπονομεύουν. Αν η ηθική δεν επανενταχθεί ως πυρήνας του κανονιστικού μας πλαισίου και όχι ως αφελής ρομαντισμός, τότε η κρίση δεν θα είναι απλώς θεσμική· θα είναι υπαρξιακή.

Ο Γρηγόρης Τσιμογιάννης είναι σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας στην Precise Strategy.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Ο GIO KAY στα ΝΕΑ