Είναι αλήθεια ότι το παραπάνω ακούγεται λίγο μηδενιστικό και συνωμοσιολογικό: δεν είναι γενικώς όλες οι δημοκρατικές ελίτ «σάπιες». Και σίγουρα δεν είναι οι δημοκράτες πιο σάπιοι από τους τυράννους.
Οποιος, με αφορμή το σκάνδαλο διαφθοράς στην Ουκρανία, εξίσωσε την έστω και ατελή ουκρανική δημοκρατία με τη σκοτεινή και βίαιη ρωσική δικτατορία δεν έχει, ή κάνει πως δεν έχει, καταλάβει τίποτα.
Απλώς, επισημαίνει στο τελευταίο του τεύχος ο Economist, σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι είναι αξιοκρατικό, αποδεικνύεται ότι υπερβολικά πολλοί από τους Καλύτερους και τους Λαμπρότερους υποκινούνται από την απληστία, την κολακεία, τη ματαιοδοξία, τη βαναυσότητα και την ασέλγεια.
Από τους 500 βασικούς αποδέκτες των μηνυμάτων που είχε στείλει ο αρχιβιαστής και αρχιπαιδεραστής – εξαιρουμένων των υπαλλήλων του και των επιχειρηματικών του συνεργατών –, το 20% ήταν χρηματιστές, το 10% επιστήμονες ή γιατροί, το 8% άνθρωποι των ΜΜΕ, της ψυχαγωγίας και των δημοσίων σχέσεων κι από ένα 6% δικηγόροι, πολιτικοί, πανεπιστημιακοί και επιχειρηματίες. Μόνο το ζεύγος Νόαμ και Βαλέρια Τσόμσκι αντήλλαξε μαζί του 4.431 e-mails…
Αποδεικνύεται επίσης ότι ένας άγνωστος αριθμός ισχυρών ανδρών (και μερικών γυναικών) εμπορεύονταν και κακοποιούσαν σεξουαλικά έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό ευάλωτων κοριτσιών και γυναικών. Για τα θύματα αυτά πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Και είναι κατακριτέο, όσο και ακατανόητο, ότι το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έχει σημειώσει τα τελευταία επτά χρόνια τόσο μικρή πρόοδο στην απαγγελία κατηγοριών.
Τι συνέπειες θα έχουν λοιπόν αυτές οι αποκαλύψεις για τις δημοκρατίες μας; Αναζητώντας μια απάντηση, η «Figaro» γύρισε σχεδόν τρεις αιώνες πίσω. Προσεγγίζουμε συχνά τη Γαλλική Επανάσταση ως ένα προϊόν οικονομικής χρεοκοπίας, σημειώνει. Ομως ένα καθεστώς δεν καταρρέει μόνο όταν δεν έχει πλέον χρήματα. Καταρρέει κι όταν δεν έχει πια ηθικό κύρος. Και το κύρος αυτό είχε καταρρακωθεί στα τέλη του Ancien Régime από τα σκάνδαλα.
Κατά τις δεκαετίες 1760-1780, όλη η Γαλλία συζητούσε τα σεξουαλικά σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονταν οι ελίτ της, από τον κόμη του Μορανζιέ, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Βολταίρος, μέχρι τον μαρκήσιο ντε Σαντ, περνώντας από τον γιο του στρατάρχη ντε Ρισελιέ, τον δούκα του Φρονσάκ και την ίδια τη βασίλισσα Μαρία-Αντουανέτα.
Τα σχετικά βιβλία ήταν άνισα: άλλα ήταν κουτσομπολίστικα (όπως το «Τουανόν και Τουανέτ») κι άλλα υψηλής λογοτεχνικής αξίας (όπως οι «Επικίνδυνες σχέσεις»). Ολα όμως οδηγούσαν τους αναγνώστες τους στο ίδιο πολιτικό συμπέρασμα: αν αυτοί ψηλά ζουν στη διαστροφή, στα καπρίτσια, στη σπατάλη και στην ωμότητα, γιατί να πρέπει να μας κυβερνούν;
Πολλοί ιστορικοί προσπάθησαν να προσεγγίσουν αυτή τη διολίσθηση προς την πλήρη απομυθοποίηση των αριστοκρατικών ελίτ, σημειώνει η «Figaro». Στο βιβλίο της «Ιδιωτικές ζωές και δημόσιες υποθέσεις», η αμερικανίδα ιστορικός Σάρα Μάζα υπογραμμίζει ότι ο 18ος αιώνας επινόησε ένα είδος δικαιοσύνης-θεάματος. Οι δίκες, που ήταν άλλοτε υπόθεση των δικαστών, έγιναν υπόθεση των αναγνωστών.
Και οι αναγνώστες δεν αρκούνταν να δικάζουν τα γεγονότα, δίκαζαν και τις ψυχές. Ο αριστοκράτης δεν ήταν πια μια μακρινή φιγούρα, αλλά ένας κοινός άνδρας, με τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, τα χρέη του, τη βίαιη συμπεριφορά του, τους εξευτελισμούς που επέβαλλε και τους εξευτελισμούς που υφίστατο. Αν στην εποχή του Ρακίνα το αξίωμα είχε μεγάλη ισχύ, στον αιώνα του Βολταίρου έπαυε πλέον να αποτελεί ασπίδα.
Η περίπτωση του μαρκησίου ντε Μπρινουά είναι χαρακτηριστική. Πρόκειται για έναν πάμπλουτο ευγενή που καίει την κληρονομιά του, έναν υψηλά ιστάμενο που μοιάζει να μη σέβεται τίποτα, ούτε τις οικονομικές ισορροπίες, ούτε το οικογενειακό κύρος, ούτε καν την ιδέα ότι ένας μεγάλος πρέπει να είναι «μεγάλος» και με τρόπους εκτός του χρήματος.
Η υπόθεση ντε Μπρινουά γίνεται έτσι η δίκη μιας κάστας που μοιάζει να έχει προδώσει τις αρχές της και να ζει με πλήρη ατιμωρησία. Αυτομάτως λοιπόν τίθεται το ερώτημα: γιατί να υπάρχουν εκ γενετής προνόμια;
Το φαινόμενο της ηθικής καταρράκωσης δεν περιορίζεται στους αριστοκράτες. Φτάνει μέχρι τον θρόνο με τον θάνατο του Λουδοβίκου 15ου, του οποίου ο αιώνας είχε ήδη σημαδευτεί από σκάνδαλα όπως το εμπόριο εγκαταλελειμμένων παιδιών. Και πλήττει τον διάδοχό του με αφορμή τα προβλήματα της σεξουαλικής του ζωής. Κανείς δεν σέβεται πλέον τον βασιλιά, όλοι γελούν μαζί του. Αν όμως ένας ηγεμόνας μπορεί να αντιμετωπίσει την κριτική, δύσκολα μπορεί να αντιμετωπίσει τη χλεύη.
Ρόμπερτ Ντάρντον (1939 – )
Η συνήθεια της υποψίας
Στο βιβλίο του «Ο διάβολος στο αγίασμα», ο μεγάλος αμερικανός ιστορικός του πολιτισμού, διευθυντής της βιβλιοθήκης του Χάρβαρντ από το 2007 ως το 2016 και ειδικός για τη Γαλλία του 18ου αιώνα επισημαίνει ότι, όπως και η οικονομία, το σκάνδαλο έχει προσφορά και ζήτηση. Μια τεράστια ζήτηση λεπτομερειών για την ιδιωτική ζωή των μεγάλων. Και μια προσφορά από περιθωριακούς συγγραφείς, παράνομους τυπογράφους και πλανόδιους πωλητές.
Η οικονομία αυτή κατασκευάζει μια συνήθεια: τη συνήθεια της υποψίας. Τα σκάνδαλα της Γαλλίας εκείνης της εποχής, όπως και το σκάνδαλο Επστιν, τροφοδότησαν μια αίσθηση ότι το «Παλιό Καθεστώς» ήταν ένας κόσμος ίντριγκας, προνομίων και ατιμωρησίας.
Η Επανάσταση έγινε «πραγματοποιήσιμη» επειδή οι «πάνω» είχαν ήδη ηθικά απαξιωθεί. Τα σκάνδαλα δεν «έφτιαξαν» την Επανάσταση. Την κατέστησαν δυνατή επειδή κατέστρεψαν την ιδέα ότι οι ελίτ ενσάρκωναν με φυσικό τρόπο κάτι το ανώτερο.






