Οταν έγραφε το «Λονγκ Αϊλαντ» έπρεπε να αποφύγει την παγίδα των σίκουελ που βασίζονται σε πετυχημένα πρωτότυπα: να μην επαναλάβει τη συνταγή. Με έναν τρόπο που αποτελεί πλέον σήμα κατατεθέν του ύφους του ο Κολμ Τομπίν, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της παγκόσμιας λογοτεχνικής δύναμης που λέγεται «Ιρλανδία», δεν επαναλήφθηκε. Ισα ίσα που σε πολλές στιγμές του φαίνεται ωριμότερος σε σχέση με το «Μπρούκλιν». Στο νεότερο μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Ικαρος, στην καίρια μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά, καταφέρνει να τραβήξει τον μίτο στη ζωή της Εϊλις Λέισι 20 χρόνια μετά απλώνοντάς τον σε μια καμπύλη από τη Νέα Υόρκη στην Ιρλανδία.
Την άνοιξη του 1976 η 40χρονη πλέον γυναίκα, παντρεμένη με τον ιταλό υδραυλικό Τόνι, ζει σε ένα αδιέξοδο του Λονγκ Αϊλαντ με γείτονες τους δύο αδελφούς του συζύγου της και τους γονείς του. Χρειάζεται μάλιστα κάτι παραπάνω από υπομονή για να διαχειριστεί το ταμπεραμέντο τους – πόσω μάλλον την προσταγή του πεθερού της «να σκάσει» μία ημέρα πάνω σε ένα φασαριόζικο οικογενειακό τραπέζι. Τη στιγμή που αρχίζει να προβάλλει μέσα της η λέξη «συμβιβασμός» φουντώνει και η ανάμνηση της Ιρλανδίας που δεν έχει δει εδώ και δύο δεκαετίες. Μια μέρα που ο Τόνι λείπει στη δουλειά, την επισκέπτεται ένας Ιρλανδός και της ανακοινώνει πως η γυναίκα του περιμένει το παιδί του άντρα της· ένα παιδί που απειλεί πως θα το παρατήσει στην πόρτα της. Η συνέχεια γράφεται με ένα εισιτήριο για τη γενέτειρά της. Και μια συνάντηση με τον Τζιμ Φάρελ, τον μοιραίο τρίτο άνθρωπο που χρειάζεται πάντοτε για να πάρουν μπρος οι βραδυφλεγείς μηχανισμοί της μνήμης και των συναισθημάτων α λα Κολμ Τομπίν.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή του «Λονγκ Αϊλαντ» ένας Ιρλανδός πληροφορεί την πρωταγωνίστρια Εϊλις ότι ο άντρας της έχει αφήσει έγκυο τη δική του σύζυγο. Και ότι θέλει να αφήσει το βρέφος στο σπίτι της. Αυτή ήταν όντως η εναρκτήρια σκηνή;
Εζησα τους τελευταίους τρεις μήνες του 2006 στο Τέξας και είχα αρχίσει να νοσταλγώ την Ιρλανδία. Οταν επέστρεψα τελικά στο σπίτι, ξαναδιάβασα το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος που έγραφα τότε – το «Νόρα Γουέμπστερ» – και θυμήθηκα την περιγραφή μιας γυναίκας που επισκεπτόταν το πατρικό μας για την κόρη της που είχε ταξιδέψει στο Μπρούκλιν. Είχα ακούσει αυτή τη γυναίκα το 1967 και θυμήθηκα σιγά σιγά όσα είχε πει ενσωματώνοντάς τα στο «Νόρα Γουέμπστερ». Κάποια στιγμή σταμάτησα να γράφω εκείνο το μυθιστόρημα και ξεκίνησα ένα καινούργιο, βασισμένο σε αυτή τη γυναίκα και την κόρη της. Επρόκειτο φυσικά για το «Μπρούκλιν». Περίπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα ξεκίνησα με τη σκηνή που περιγράφετε το «Λονγκ Αϊλαντ».
Η Εϊλις φαίνεται να ζει σε ένα συναισθηματικό μεταίχμιο: ούτε εντελώς στο σπίτι της ούτε πλήρως αποξενωμένη. Είναι η σιωπή η δύναμή της ή μήπως η σιωπή είναι η μόνη διαθέσιμη μορφή δράσης;
Φρόντισα ώστε κάθε φορά που η Εϊλις μιλάει στο «Λονγκ Αϊλαντ» να είναι πολύ εκφραστική. Αλλά δεν μιλάει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Από την άλλη, έχει μια πολύ στενή σχέση με τα δύο της παιδιά και αυτό αποτυπώνεται στον λόγο της.
Βρίσκει αρκετό χώρο για τον εαυτό της μέσα στην ιταλοαμερικανική οικογένεια του συζύγου της;
Ελέγχει σίγουρα το δικό της σπίτι. Αλλά ουσιαστικά έχει πολύ λίγα κοινά με την οικογένεια του συζύγου της. Και δεν έχει δημιουργήσει καν ένα ιρλανδοαμερικανικό δίκτυο φίλων, όπως έκαναν πολλοί άλλοι. Κατά κάποιον τρόπο, ζει τη ζωή που ζούσαν πολλές γυναίκες των προαστίων της Νέας Υόρκης κατά τη δεκαετία του 1950.
Πώς αλλάζει η σχέση της με την Αμερική στην πάροδο του χρόνου; Κάποια στιγμή αρχίζει να παραγγέλνει «New York Times» για να διαβάζει στο νεοϋορκέζικο σπίτι…
Αυτή η λεπτομέρεια προέρχεται από τη δική μου ιστορία. Η μητέρα μου είχε αρχίσει να διαβάζει την εφημερίδα «The Irish Times» στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ηταν μια σοβαρή και καλογραμμένη εφημερίδα, το φύλλο της μορφωμένης τάξης στην Ιρλανδία. Ηταν μια πολύ σημαντική στιγμή στη ζωή της. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ένας καλός τρόπος να δείξω ότι η Εϊλις όντως αλλάζει.
Σχεδόν όλοι οι βασικοί χαρακτήρες φαίνεται να ζουν σε δύο χρόνους ταυτόχρονα: το παρελθόν και το παρόν. Πώς δουλέψατε αυτή τη διπλή σχέση χωρίς να πέσετε στην παγίδα της νοσταλγίας;
Αυτή είναι μια σημαντική ερώτηση. Αν η Εϊλις αισθάνεται νοσταλγία, είναι για τα πρώτα χρόνια του γάμου της. Στο «Μπρούκλιν» υπάρχει η σκηνή με τον τραγουδιστή που θυμάται μια χαμένη Ιρλανδία και κουβαλάει μαζί του πολλά συναισθήματα. Στο «Λονγκ Αϊλαντ» δεν υπάρχει κανένας τέτοιος τραγουδιστής. Η Ιρλανδία – ως κράτος, έθνος ή χώρα – σχεδόν δεν αναφέρεται καθόλου. Αυτό που θυμάται η Εϊλις είναι μόνο μια πόλη – το Ενισκόρθι – και μερικούς ανθρώπους.
Πιστεύετε ότι η ιρλανδικότητα αλλάζει όταν περνάει τον Ατλαντικό ή παραμένει ακόμη και σε μια κουζίνα του Λονγκ Αϊλαντ;
Προσπαθώ να κρατήσω την «ιρλανδικότητα» ως έννοια έξω από το «Λονγκ Αϊλαντ». Με ποια έννοια; Οτι προσπαθώ να φιλτράρω την πραγματικότητα μέσα από το προσωπικό και το μοναδικό – όχι, ας πούμε, το εθνικό και το αντιπροσωπευτικό.
Υπάρχει μια αυστηρότητα στον ρυθμό σας ώστε οι λέξεις να παράγουν συγκεκριμένο ήχο, δεν θέλω να πω μουσική. Θεωρείτε το ύφος, εκτός των άλλων, και ένα είδος ηθικού περιορισμού για τον συγγραφέα;
Ναι, υποθέτω ότι αυτό είναι, ένα είδος ηθικού περιορισμού. Δεν θέλω να φαίνομαι περίτεχνος απλώς και μόνο για χάρη της τέχνης ή να γράφω περίπλοκες προτάσεις μόνο και μόνο επειδή έτσι πρέπει να κάνουν οι συγγραφείς. Οι περισσότερες υπάρχουν μέσα στο βιβλίο επειδή κάποιες άλλες απλώς δεν θα λειτουργούσαν. Είναι ο μόνος τρόπος για να εκφράσω ορισμένα πράγματα. Χωρίς υπερβολές, χωρίς μεγαλοστομίες. Με συγκράτηση. Το συναίσθημα πρέπει να αποκαλύπτεται ανάμεσα στις λέξεις.
Και οι διάλογοι είναι λιτοί αλλά φορτισμένοι – οι ήρωες λένε το ένα, ενώ μπορεί να σκέφτονται το άλλο. Πώς πετυχαίνει κανείς αυτή τη «διπλή σκέψη» χωρίς να το «φωνάζει» στον αναγνώστη;
Το βλέπω ως ένα είδος διακριτικότητας, έναν τρόπο διαχείρισης. Είναι μια από τις βασικές ιδιότητες του μυθιστορήματος – το μυθιστόρημα επιτρέπει στον αναγνώστη να δει τι σκέφτονται οι χαρακτήρες και στη συνέχεια τι λένε. Από εκεί κι έπειτα θα θεωρήσει δεδομένο ότι, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, θα υπάρχει πάντα ένα χάσμα ανάμεσα στα δύο.
Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά στο «Λονγκ Αϊλαντ» υπάρχει επίσης μια υπόγεια αλλά έντονη τάση ταξικής διαίρεσης – σιωπηλές ταπεινώσεις και συγκρίσεις. Θεωρείτε την ταξική διαίρεση ως την πραγματική ηθική γλώσσα των χαρακτήρων σας;
Ναι, ο Τζιμ είναι ιδιοκτήτης μιας παμπ. Ανήκει σε ανώτερη τάξη από την Εϊλις, ακόμη και από τους αδελφούς της, παρά το γεγονός ότι ένας από τους τελευταίους έχει γίνει πλούσιος. Αλλά και πάλι, η ίδια η Εϊλις ανήκει σε ανώτερη τάξη από την οικογένεια του συζύγου της. Και η κόρη της, η Ροζέλα, θα είναι ανώτερη από όλους (σ.σ.: επειδή θα σπουδάσει Νομική στο πανεπιστήμιο). Η στιγμή που όλο αυτό αποτυπώνεται πιο ανάγλυφα είναι όταν ο Τζιμ υποθέτει ότι η Εϊλις γνωρίζει τα αμερικανικά ξενοδοχεία. Εκείνη όμως δεν τα γνωρίζει.
Οι γυναικείοι χαρακτήρες διαχειρίζονται συχνά το χάος που δημιουργούν οι άνδρες. Πρόκειται για υποταγή ή μια μορφή εξουσίας;
Είναι απλώς ο τρόπος που συνέβαιναν τα πράγματα στην εποχή που περιγράφω. Οπότε πρέπει να πω ότι δεν είναι ούτε υποταγή, αλλά ούτε και εξουσία.
Αν το «Μπρούκλιν» σήμαινε τη φυγή και το «Λονγκ Αϊλαντ» την επιστροφή στην Ιρλανδία, ποιο είναι το τρίτο μέρος αυτής της συμφωνίας; Θα υπάρξει άραγε τρίτο μέρος;
Στην πραγματικότητα, στο «Μπρούκλιν» η Εϊλις επίσης επιστρέφει και φεύγει ξανά. Στο «Λονγκ Αϊλαντ» είναι έτοιμη να φύγει ξανά, αφού επέστρεψε. Υποθέτω ότι η «μουσική» του πρώτου βιβλίου – αν μου επιτρέπεται να το θέσω έτσι – είναι πιο ήσυχη, λιγότερο δραματική, πιο μελαγχολική. Το δεύτερο μυθιστόρημα λειτουργεί πιο άμεσα. Οσο για την ερώτηση της συνέχειας: δεν ξέρω τι να κάνω τώρα!
Το «Λονγκ Αϊλαντ» πάντως σημαίνει και τη δική σας επιστροφή: σε χαρακτήρες, στην Ιρλανδία, γιατί όχι και σε έναν ηθικό κόσμο. Η επανεξέταση της Εϊλις δείχνει και πώς ο χρόνος ξαναδημιουργεί έναν χαρακτήρα ή τον εαυτό μας;
Οχι. Είμαι πολύ ελεγκτικός για να επιτρέψω στον εαυτό μου να μάθει οτιδήποτε. Επέστρεψα σε αυτούς τους χαρακτήρες επειδή – ξαφνικά – μου ήρθε μια ιδέα για ένα δράμα. Διαφορετικά, δεν θα είχα γράψει το δεύτερο βιβλίο. Αλλά υποθέτω ότι η παρόρμηση να το γράψω πρέπει να προήλθε από άλλα πράγματα. Ισως να αφορούσε το γεγονός ότι ζούσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και είχα σχέση με έναν άνθρωπο που δεν ήταν Ιρλανδός.


