Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με τη μεγαλύτερη συσσώρευση δημόσιου χρέους από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Υπηρεσίας Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO). Παρά τις διακηρύξεις του Ντόναλντ Τραμπ περί δημοσιονομικής εξυγίανσης και «μαγικών λύσεων», τα στοιχεία αποτυπώνουν μια πορεία που προκαλεί έντονη ανησυχία στις αγορές και στους ίδιους τους θεσμούς. Η δημοσιονομική πολιτική των τελευταίων ετών, με αιχμή τις εκτεταμένες φοροελαφρύνσεις και την αδυναμία ουσιαστικών περικοπών δαπανών, έχει παγιώσει ένα διαρθρωτικό έλλειμμα, το οποίο όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά βαθαίνει.

Σύμφωνα με την CBO, τα έσοδα του αμερικανικού Δημοσίου αναμένεται να παραμείνουν στάσιμα, κοντά στο 17% του ΑΕΠ, παρά την οικονομική ανάπτυξη. Την ίδια στιγμή, οι κρατικές δαπάνες συνεχίζουν να αυξάνονται, από το 23% του ΑΕΠ σήμερα στο 24% τα επόμενα χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι ένα έλλειμμα που προβλέπεται να φτάσει το 5,8% του ΑΕΠ το 2026 και να εκτιναχθεί στο 6,7% έως το 2030. Οι νέες προβλέψεις είναι μάλιστα δυσμενέστερες από εκείνες του 2025, καθώς τα αθροιστικά ελλείμματα της περιόδου 2026-2035 υπολογίζονται πλέον στα 23,1 τρισ. δολάρια, αυξημένα κατά 1,4 τρισ. σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Η συνέπεια είναι μια εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο από το 100% του ΑΕΠ σήμερα αναμένεται να αγγίξει το 120% μέσα στην επόμενη δεκαετία. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η δυναμική των τόκων, που μετατρέπονται σταδιακά στη μεγαλύτερη μεμονωμένη δημοσιονομική δαπάνη των ΗΠΑ. Οι καθαρές πληρωμές τόκων προβλέπεται να αυξηθούν από το 3,2% του ΑΕΠ στο 4,6% ετησίως, ξεπερνώντας το 1 τρισ. δολάρια ήδη από το 2026.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ έχει καταστήσει κεντρικό πολιτικό στόχο τη μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, επιρρίπτοντας ευθύνες στη Fed και στον πρόεδρό της, Τζερόμ Πάουελ. Ωστόσο, όσο εντείνεται η πολιτική πίεση, τόσο αυξάνονται οι αμφιβολίες των επενδυτών για τη σταθερότητα της αμερικανικής δημοσιονομικής πορείας.

Στο υπόβαθρο αυτής της κρίσης βρίσκεται και το δημογραφικό. Από το 2030 και μετά, οι θάνατοι αναμένεται να ξεπεράσουν τις γεννήσεις στις ΗΠΑ, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά, καθώς αυξάνονται οι υποχρεώσεις και περιορίζεται η φορολογική βάση.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις μαζικές απελάσεις μεταναστών, νόμιμων και παράτυπων, οι οποίες στερούν από την οικονομία εργατικά χέρια, κατανάλωση και φορολογικά έσοδα. Η CBO εκτιμά ότι η απώλεια αυτή μπορεί να φτάσει τα 500 δισ. δολάρια.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις δαπανών εντοπίζονται στην Κοινωνική Ασφάλιση και στην ιατρική περίθαλψη, που απορροφούν περίπου το μισό της συνολικής ανόδου των κρατικών εξόδων. Οι σχετικές δαπάνες για τους ηλικιωμένους αναμένεται να αυξηθούν κατά 363 δισ. δολάρια, οδηγώντας το συνολικό κόστος στα 4,5 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, οι λεγόμενες διακριτικές δαπάνες, όπως η Άμυνα και η Παιδεία, αυξάνονται με πιο συγκρατημένο ρυθμό, αλλά παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η CBO προβλέπει μέση ανάπτυξη 2,1% έως το 2030 και επιβράδυνση στο 1,8% την επόμενη πενταετία, λόγω γήρανσης του πληθυσμού και πτώσης της παραγωγικότητας.

Η αγορά εργασίας θα συνεχίσει να δημιουργεί θέσεις, αλλά με ολοένα μικρότερη ένταση, όχι λόγω έλλειψης ζήτησης, αλλά εξαιτίας της έλλειψης εργατικού δυναμικού. Οι δασμοί που προωθεί ο Τραμπ ενδέχεται να αποφέρουν πρόσθετα έσοδα, όμως δεν επαρκούν για να αναστρέψουν τη συνολική εικόνα.

Το συμπέρασμα της CBO είναι αμείλικτο: οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε δημοσιονομική τροχιά που δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Αργά ή γρήγορα, μια κυβέρνηση θα κληθεί να λάβει αποφάσεις που μέχρι σήμερα αποφεύγονται συστηματικά: είτε δραστικές αυξήσεις φόρων είτε βαθιές περικοπές δαπανών. Μέχρι τότε, το χρέος θα συνεχίσει να διογκώνεται και το κόστος της αναβολής θα γίνεται όλο και βαρύτερο.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.