Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: το τεχνολογικό χάσμα ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά βαθαίνει, με την τεχνητή νοημοσύνη να απειλεί να μετατραπεί στον νέο καταλύτη μιας μακροχρόνιας υστέρησης. Σύμφωνα με ανάλυση που επικαλούνται τόσο το ίδιο το επιτελείο της BCE όσο και επενδυτικοί οίκοι, η Ευρώπη κινδυνεύει να επαναλάβει το λάθος της προηγούμενης δεκαετίας: να μείνει πίσω σε μια τεχνολογική επανάσταση που καθορίζει την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και τελικά το ίδιο το μέγεθος των οικονομιών.
Το σημείο εκκίνησης είναι ενδεικτικό. Το 2008, οι οικονομίες της ΕΕ και των ΗΠΑ είχαν περίπου παρόμοιο μέγεθος. Σήμερα, η αμερικανική οικονομία είναι κατά περίπου 50% μεγαλύτερη. Για την φινλανδική επενδυτική εταιρεία EVLI, ο βασικός λόγος δεν είναι άλλος από τη διαφορά στην παραγωγικότητα – και στο επίκεντρο αυτής της απόκλισης βρίσκεται ο τεχνολογικός τομέας. Ενώ οι ΗΠΑ διαθέτουν μια «τηλεφωνική λίστα» από σύγχρονους τεχνολογικούς κολοσσούς, η Ευρώπη περιορίζεται σε λίγες εξαιρέσεις, όπως η ASML ή η SAP, χωρίς όμως να έχει δημιουργήσει ένα αντίστοιχο οικοσύστημα κλίμακας.
Η ανισορροπία αυτή αποτυπώνεται ακόμη και στα χρηματιστήρια. Στην Ευρώπη, οι τεχνολογικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν μόλις το 5% των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών, ενώ στις ΗΠΑ η τεχνολογία φτάνει περίπου το 40% του S&P 500. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: στις ΗΠΑ, οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δημιουργούν υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, προσελκύουν κεφάλαια και ταλέντο και ενισχύουν περαιτέρω την καινοτομία. Στην Ευρώπη, αυτός ο μηχανισμός λειτουργεί ασθενικά ή καθόλου.
Για τον επικεφαλής στρατηγικής της EVLI, Valtteri Ahti, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Η Ευρώπη παραμένει κατακερματισμένη, με τα κράτη-μέλη να προτάσσουν εθνικά συμφέροντα ακόμη και σε στρατηγικούς τομείς.
Σε μια ψηφιακή οικονομία, όπου τα δίκτυα και οι οικονομίες κλίμακας είναι καθοριστικές, αυτή η πολυδιάσπαση λειτουργεί τοξικά. Ό,τι δεν εμπόδισε την Ευρώπη στην εποχή της αυτοκινητοβιομηχανίας, σήμερα μετατρέπεται σε βαρίδι για την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πηγαίνει ακόμη βαθύτερα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η έλλειψη επενδύσεων, αλλά το πού κατευθύνονται αυτές. Στην ΕΕ, μόλις το 17% της ακαθάριστης σχηματισμένης κεφαλαιακής επένδυσης αφορά την υψηλή τεχνολογία. Στις ΗΠΑ, το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 33%. Αυτή η διαφορά στη «σύνθεση» των επενδύσεων εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η παραγωγικότητα των δύο οικονομιών έχει αποκλίνει τόσο έντονα.
Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με την ΕΚΤ, είναι γιατί η Ευρώπη αποτυγχάνει να προσελκύσει επενδύσεις στους πιο καινοτόμους και ριψοκίνδυνους κλάδους. Η απάντηση εντοπίζεται στο ρυθμιστικό και θεσμικό περιβάλλον. Η τεχνολογία –και ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη– βασίζεται στο «δοκιμή και λάθος». Η αποτυχία δεν είναι εξαίρεση, αλλά κανόνας. Και εδώ ακριβώς η Ευρώπη σκοντάφτει: το κόστος της αποτυχίας είναι υπερβολικά υψηλό.
Οι αυστηρές και πολύπλοκες εργασιακές νομοθεσίες, σε συνδυασμό με την ανάγκη συμμόρφωσης σε 27 διαφορετικά νομικά καθεστώτα, καθιστούν την αναδιάρθρωση, τις απολύσεις και τις νέες προσλήψεις μια χρονοβόρα και ακριβή διαδικασία.
Ο OECD το επιβεβαιώνει μέσα από τον δείκτη προστασίας της απασχόλησης (EPL): οι ΗΠΑ βρίσκονται στο 0,7, ενώ χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία κινούνται μεταξύ 2,6 και 3,1. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μια αποτυχημένη επένδυση στην Ευρώπη μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες και υψηλές αποζημιώσεις, ενώ στις ΗΠΑ η «ήττα» είναι συχνά μια γρήγορη, διαχειρίσιμη έξοδος που επιτρέπει μια νέα αρχή.
Η BCE δεν ζητά ευθέως απορρύθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Προειδοποιεί όμως ότι, αν δεν αντιμετωπιστούν η θεσμική πολυπλοκότητα, η νομική αβεβαιότητα και η διοικητική επιβάρυνση, η Ευρώπη θα μείνει πίσω και στην επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης. Αντιθέτως, μια βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και μια ουσιαστική απλοποίηση του πλαισίου θα μπορούσαν, σύμφωνα με την ανάλυση, να αυξήσουν έως και 50% τις επενδύσεις στην AI.
Το συμπέρασμα είναι σαφές και ανησυχητικό: το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι απλώς κλαδικό, αλλά δομικό. Αν η Ευρώπη συνεχίσει να λειτουργεί ως ένα «βασίλειο των μικρών κρατών» με επικαλυπτόμενους κανόνες και αντιφατικές πολιτικές, το τεχνολογικό χάσμα με τις ΗΠΑ δεν θα κλείσει. Θα μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό μιας ηπείρου που βλέπει το μέλλον να σχεδιάζεται αλλού.







