- Οι συνδικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών μπορούν να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό μετά τον θάνατο του άλλου συνδικαιούχου, βάσει των τραπεζικών συμβάσεων.
- Παρά το γεγονός ότι αυτό προβλέπεται από τις συμβάσεις, απαιτείται φορολογική δήλωση είτε ως δωρεά είτε ως κληρονομιά με σαφή καθορισμό του ποσοστού κάθε κληρονόμου.
- Το υφιστάμενο νομοθετικό κενό δίνει τη δυνατότητα στον επιζώντα συνδικαιούχο να λάβει το ποσό αφορολόγητα, κάτι που δεν συνάδει με τις διατάξεις του Κληρονομικού και Φορολογικού Δικαίου.
Ένα νομοθετικό κενό στο ελληνικό κληρονομικό και φορολογικό δίκαιο ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις σε οικογένειες.
Οι συνδικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών μπορούν να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό μετά τον θάνατο του άλλου συνδικαιούχου. Αν και αυτό προβλέπεται από τις τραπεζικές συμβάσεις, δεν σημαίνει ότι είναι νομικά «καθαρό», καθώς απαιτείται φορολογική δήλωση είτε ως δωρεά είτε ως κληρονομιά, με σαφή καθορισμό του ποσοστού που αντιστοιχεί σε κάθε κληρονόμο.
Οι τραπεζικές συμβάσεις δίνουν τη δυνατότητα στον επιζώντα συνδικαιούχο να εισπράξει το σύνολο των χρημάτων της κατάθεσης. Αυτό, ωστόσο, δημιουργεί την ευχέρεια να λάβει αφορολόγητα το ποσό, κάτι που, αν και δεν απαγορεύεται από την τράπεζα, δεν συνάδει με τις διατάξεις του Κληρονομικού και Φορολογικού Δικαίου.
Το ποσό πρέπει να δηλώνεται είτε ως δωρεά είτε ως κληρονομιά, αφαιρώντας το μέρος που αφορά ίδια κεφάλαια του συνδικαιούχου. Σε διαφορετική περίπτωση, ο επιζών συνδικαιούχος μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, καθώς δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για αγορές ή επενδύσεις, όπως ακίνητα.
Παράλληλα, άλλοι συγκληρονόμοι έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους μέσω χρονοβόρων δικαστικών διαδικασιών, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω τη διαδικασία διανομής της περιουσίας.
Η αναμόρφωση του Κληρονομικού Δικαίου είναι πλέον αναγκαία, ώστε να καλυφθεί το υπάρχον «νομοθετικό κενό». Χρειάζεται σαφής ρύθμιση για τις περιπτώσεις όπου ο συνδικαιούχος – που είναι ταυτόχρονα και κληρονόμος – ιδιοποιείται το σύνολο των καταθέσεων και προχωρά σε ανάληψή τους, χωρίς να το απαγορεύει η τράπεζα, αφήνοντας τους υπόλοιπους συγκληρονόμους να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη για να διεκδικήσουν τη νόμιμη μερίδα τους.






