Εμβλημα μιας τηλεόρασης που είχε αναλάβει στην ψυχροπολεμική περίοδο να διαμορφώσει τους συντηρητικούς κοινωνικούς μύθους, το καθαρόαιμο κόλεϊ Λάσι (για την ακρίβεια τέσσερα διαφορετικά και όλα αρσενικά κατά τη διάρκεια της προβολής της διάσημης σειράς, από το 1954 ώς το 1974) ξεκίνησε από κινηματογραφική ηρωίδα με επτά ταινίες στο ενεργητικό του μύθου της, από το 1943 ώς το 1951.
Αναζητώντας υλικό για το καινούργιο μέσο που θα ικανοποιούσε τις ανάγκες για ψυχαγωγία της μεταπολεμικής Αμερικής, ο παραγωγός Ρόμπερτ Μάξγουελ διέκρινε στην ιστορία – και μεγάλη επιτυχία – της κινηματογραφικής Λάσι τα χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν στα όνειρα, στα παραμύθια του μεγαλώματος και στις βαθύτερες ανάγκες ενός κόσμου που γιάτρευε τις πληγές του από τον πόλεμο και έχτιζε τις καινούργιες κοινωνίες.
Εξού και η σειρά αφορούσε κυρίως την προβολή ηθικών αρχών που θα έπρεπε να διαπνέουν την αγορίστικη αγωγή μιας ισχυρής, «λευκής» Αμερικής, δίνοντας έμφαση «στη δέσμευση, στην οικογένεια και στη φιλία». Γι’ αυτό ακριβώς και οι περιβόητες σούπες Campbell’s έκριναν ότι οι αξίες της σειράς είναι οι καταλληλότερες για να ταυτιστεί η φίρμα, που απευθυνόταν στην κατανάλωση των αμερικανικών ανερχόμενων μικροαστικών οικογενειών και έγινε χορηγός της καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής της.
Αλλά η Λάσι πρωταγωνίστησε στην «παιδική ηλικία» σχεδόν όλων των τηλεοράσεων του δυτικού κόσμου – σε ορισμένες προβάλλονται ακόμη επεισόδια -, ως εκ τούτου και της εγχώριας, αποδεικνύοντας ότι ακόμη κι αν οι αξίες της «λευκής» Αμερικής έχουν αμφισβητηθεί και από την ίδια, όσα συμβολίζει η ίδια η Λάσι, την αφοσίωση του σκύλου προς τον άνθρωπο, τη συγκίνηση που προσφέρει αυτή η μοναδική σχέση, τη νοσταλγία, τον «χαμένο παράδεισο» της ελεύθερης ζωής στη φύση που αισθάνονται κατά παράδοση από την εποχή της έκρηξης της αστυφιλίας μέχρι σήμερα οι κάτοικοι των πόλεων, παραμένουν ισχυρά συστατικά ενός all time classic τηλεοπτικού προϊόντος.
Η αλήθεια είναι ότι η Λάσι ως σύμβολο της αποστειρωμένης εικόνας μιας «ζαχαρένιας» Αμερικής, που υποτίθεται αναπτυσσόταν ομαλά και τίποτε δεν διατάρασσε τις μεγάλες οικογένειες, με τις χρωματιστές φορμάικα κουζίνες, το υπερμέγεθες ψυγείο και τους φροντισμένους κήπους, γνώρισε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 μεγάλη κάμψη της τηλεθέασης. Ηταν η εποχή που τα κοινωνικά κινήματα συγκλόνιζαν τον κόσμο και άλλαζαν τις παραδοσιακές κοινωνικές νοοτροπίες.
Στη μακρά διάρκεια της προβολής της σειράς το σενάριο έκανε αναιμικές προσπάθειες να προσαρμοστεί στους καιρούς. Ετσι ξεκίνησε με την ιστορία μιας χήρας, του γιου της και του γαμπρού της σε μια μοντέρνα αμερικανική φάρμα της δεκαετίας του ’50, για να αλλάξει ριζικά στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν στην ατμόσφαιρα κυριαρχούσαν οι αντιλήψεις της «συλλογικής δράσης» και κέρδιζαν έδαφος τα οικολογικά κινήματα. Και τότε αίφνης η Λάσι εμφανίζεται σαν σκύλος μιας ομάδας εργαζόμενων στην Αμερικανική Υπηρεσία Δασών. Τα επεισόδια έγιναν φλύαρα γύρω από ζητήματα περιβαλλοντισμού, αλλά αυτό ήταν ελάχιστο μπροστά στην κοσμογονία της εποχής.
Και αν έχει απομείνει η απορία πώς η Λάσι, και για την ακρίβεια τα τέσσερα κόλεϊ που έπαιξαν τον ρόλο, κατάφερναν να είναι τόσο φυσικά, χρειάζονταν δύο εκπαιδευτές τη φορά στα γυρίσματα, ο ένας εκ των οποίων ήταν επιφορτισμένος να κράτα ένα κομμάτι καλοψημένο κρέας πίσω από τον φακό ή πίσω από τον ηθοποιό προς τον οποίο έτρεχε η Λάσι.
Οσο συγκινητικές κι αν παραμένουν οι ανθρώπινες ερμηνείες των σκυλίσιων συμπεριφορών, στη δική τους πραγματικότητα τα ένστικτα είναι πάντα ισχυρότερα.