Μια γυναίκα με πλάτη στον φακό στηρίζεται με το ένα χέρι της στην κουπαστή, ενώ ένας νεαρός άνδρας τη φιλά απαλά στο μάγουλο. Το ζευγάρι βρίσκεται ανεβασμένο σε ένα ψηλό οικοδόμημα, από το οποίο θαυμάζουν όλη την πόλη που διακρίνεται καθαρά. Πρόκειται για τους «Εραστές της Βαστίλλης», την πιο εμβληματική φωτογραφία του 1957 για τη σχέση του Παρισιού με τον έρωτα. Αυτή και άλλες 500 περίπου φωτογραφίες περιλαμβάνονται στο λεύκωμα «Παρίσι, το πορτρέτο μιας πόλης» του Ζακ – Κλοντ Γκοτράντ το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον οίκο Taschen. Πρόκειται για ένα πλήρες αρχείο το οποίο αποτυπώνει τους μετασχηματισμούς και τις μορφές της πόλης κατά τη διάρκεια ενάμιση αιώνα, από το 1830 μέχρι το 2011.
Το βιβλίο φωτίζει όλες τις περιοχές της «Πόλης του Φωτός» όπως την έχουν ονομάσει, μαζί με τους ανθρώπους της, από τους πιο δύστροπους μέχρι τους πιο χαρισματικούς. Δικαιολογεί γιατί ο Γκαίτε δήλωσε πως είναι «μια οικουμενική πόλη, όπου το κάθε βήμα ανακαλεί το σπουδαίο παρελθόν της και στη γωνία κάθε δρόμου αποκαλύπτονται θραύσματα Ιστορίας».
Η ζωή στα τέλη του 19ου αιώνα στα παλιά λογοτεχνικά καφενεία, με τους σερβιτόρους ντυμένους με μαύρα κοστούμια και λευκά πουκάμισα, έρχεται παρέα με τους φτωχούς που τριγυρίζουν στους δρόμους. Με τους πωλητές ψωμιού στους δρόμους, τους υπαίθριους πάγκους των αγορών που στήνονται σε κεντρικές οδούς και την έλλειψη οχημάτων, η ατμόσφαιρα αυτή φέρνει στο μυαλό εικόνες όμοιες με ενός χωριού. Ο Γκουστάβ Αϊφελ δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τον Πύργο του ενώ η Μονμάρτρη και το Μονπαρνάς κατακλύζονταν από κήπους, θέατρα, κινηματογράφους με φόντο τον Σηκουάνα. Στις όχθες του ο Νταγκέρ και ο Νισεφόρ Νιεπς δημιούργησαν την τέχνη της φωτογραφίας που άνθησε πολύ γρήγορα τότε, έγινε ένα εργαλείο ζωτικής σημασίας της γνώσης.
Τα χρόνια αυτά το Παρίσι ήταν κατάσπαρτο από κρυμμένες γωνιές στο κέντρο του, όπου οι καλλιτέχνες ζούσαν και αντλούσαν έμπνευση για τις δημιουργίες τους. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο χώρος γύρω από το εμβληματικό Μέγαρο της Δικαιοσύνης, όπου τα αρχοντικά των καλών αστικών οικογενειών δίπλα στις μικρές καφετέριες συνέθεταν ένα γοητευτικό σκηνικό. Εκεί κάθονταν οι γιαγιάδες με ένα βιβλίο της Κολέτ στα χέρια και έπαιζαν χαρτιά, εκεί έκαναν βόλτες οι άνδρες με τα σκυλάκια τους που έτρεχαν ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα. Στην ίδια περιοχή έζησε τον έρωτά του ο ηθοποιός και τραγουδιστής Ιβ Μοντάν με τη Σιμόν Σινιορέ, στο μικρό διαμέρισμα στην οδό Quai des Orfèvres. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως η συγκεκριμένη περιοχή αναφέρεται στα έργα του Ζορζ Σιμενόν και αποτέλεσε το σκηνικό για την ομώνυμη ταινία του Ανρί – Ζορζ Κλουζό του 1947 με τον ελληνικό τίτλο «Στις όχθες του Σηκουάνα».
Στο πέρασμα των αιώνων το Παρίσι έχει αποκτήσει τη φήμη μιας πόλης που πρωτοπορεί στην αρχιτεκτονική και τις τέχνες. Μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα διέθετε και το νησάκι Σεν Λουί, το οποίο συχνά λειτουργούσε και ως καταφύγιο συγγραφέων, μουσικών, κινηματογραφιστών και εν γένει καλλιτεχνών. Παλάτια, αρχοντικά με κεκλιμένες στέγες, περίτεχνες πύλες βρίσκονται εκεί. Μαζί και το στούντιο όπου η Καμίλ Κλοντέλ έφτιαχνε τα γλυπτά της, αγάπησε τον Ροντέν και τρελάθηκε από ζήλια στη σκιά του καθεδρικού ναού της Νοτρ Νταμ. Για τον λόγο αυτόν θεωρείται σήμερα μία από τις καλύτερες γειτονιές του Παρισιού, σχετικά πιο ήσυχη από τους άγριους ρυθμούς της μεγαλούπολης και άρα πιο ακριβή. Στο Μαρέ σώζονται ακόμα τα σπίτια των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής πριν και μετά την άλωση της Βαστίλλης το 1789, που τα εγκατέλειψαν άρον άρον προκειμένου να γλιτώσουν την εκτέλεση στην γκιλοτίνα.
Ωστόσο, δεν ήταν αυτή η πρώτη φορά που η πόλη βίωνε μια τέτοια βίαιη πολιορκία. Το 451 μ.Χ. οι Ούννοι εισέβαλαν σπέρνοντας τον θάνατο και τη φωτιά ενώ τον 9ο αιώνα οι Βίκινγκς κατέλαβαν τον Σηκουάνα. Στην άλωση της Βαστίλλης οι ξεσηκωμένοι ζητούσαν την αποτίναξη της μοναρχίας από τη χώρα και γι’ αυτό αιματοκυλήθηκε ολόκληρη η πόλη. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την πτώση της Κομμούνας τον Μάιο του 1871 που, παρά τις σθεναρές αντιστάσεις των πρωτεργατών της, το τέλος της συνοδεύτηκε από τον θάνατο 25.000 αριστερών Παριζιάνων σε μια εβδομάδα. Στους ίδιους δρόμους, 70 χρόνια αργότερα, στήθηκαν τα οδοφράγματα ώστε να παρεμποδιστεί η είσοδος των γερμανών κατακτητών στην πόλη και εκεί δόθηκαν οι πρώτες μάχες αντίστασης.
Μια εναλλακτική όψη της γαλλικής πρωτεύουσας παρουσιάζει στο «Ταξίδι προς το τέλος της νύχτας» ο Λουί Φερντινάντ Σελίν ή κατά κόσμον Λουί Φερντινάντ Ογκίστ Ντετούς το 1932, όπου μέσα από τη ζωή του πρωταγωνιστή του Μπαρνταμού φαίνεται η πόλη των αντιθετικών ταχυτήτων. Η πιο άγρια περιοχή ήταν γύρω από την Πλας ντε Κλισί, όπου συνωστίζονταν οι πόρνες με τους αλκοολικούς, πολύ πριν το Πιγκάλ γίνει το κέντρο πολιτισμού με τα «ψαγμένα» μπαράκια. Τότε το Μουλέν Ρουζ βρισκόταν στις δόξες του, η Γκουλί ήταν η βασίλισσα της νύχτας και ο ΤουλούζΛοτρέκ ζωγράφιζε και αποτύπωνε τη ζωή στα καμπαρέ της πόλης.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.