Καθώς οι Αιγύπτιοι και οι Τυνήσιοι ψηφίζουν για να αντικαταστήσουν ανατραπέντες δεσπότες και η συριακή κυβέρνηση παραπαίει, δύο παλιές αυτοκρατορικές δυνάμεις ανταγωνίζονται για να ασκήσουν πολιτική επιρροή στις αραβικές χώρες που βρίσκονται σε αναβρασμό. Και δεν πρόκειται για την Αμερική και τη Ρωσία. Η Γαλλία και η Τουρκία είναι τώρα αυτές που συναγωνίζονται για κερδοφόρες επιχειρηματικές σχέσεις και για την ευκαιρία να διαμορφώσουν μια νέα γενιά ηγετών σε εδάφη που κάποτε ήλεγχαν.
Ενώ η Γαλλία κυριαρχούσε τους δύο περασμένους αιώνες σε μεγάλο τμήμα της περιοχής, αυτό τώρα αλλάζει. Και αν η Τουρκία παίξει σωστά τα χαρτιά της, μπορεί να αντισταθμίσει την επιρροή της Γαλλίας ή ακόμη και να γίνει εκείνη η κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή. Κατά την τελευταία δεκαετία η Τουρκία έχει καταγράψει οικονομική ανάπτυξη ρεκόρ. Δεν είναι πια μια φτωχή χώρα που ζητεί απελπισμένα να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Εχει μια οικονομία 1,1 τρισ. δολαρίων, έναν ισχυρό στρατό και φιλοδοξίες να διαμορφώσει κατ' εικόνα της την περιοχή.
Σε συνδυασμό με τις προσπάθειες της Γαλλίας να δημιουργήσει μια Ευρωπαϊκή-Μεσογειακή Ενωση, μια ιδέα που είχε το 2008 ο Νικολά Σαρκοζί για να βάλει τη Γαλλία στο τιμόνι του μεσογειακού κόσμου, ένα πράγμα έχει γίνει φανερό στους Τούρκους: το Παρίσι δεν θα επιτρέψει στην Τουρκία να ενταχθεί στην ΕΕ ούτε θα την αφήσει να γίνει ένας ισχυρός παίκτης σε μια υπό γαλλική ηγεσία μεσογειακή περιφέρεια. Γι' αυτό η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, που έχει γίνει τελευταία ακτιβιστική, έχει απομακρυνθεί από την Ευρώπη. Το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) καλλιεργεί τώρα σχέσεις με πρώην οθωμανικά εδάφη τα οποία αγνοούσε για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα. Από τις 33 νέες τουρκικές διπλωματικές αποστολές που άνοιξαν κατά την τελευταία δεκαετία, 18 βρίσκονται σε μουσουλμανικές και αφρικανικές χώρες.
Αυτό έφερε νέες εμπορικές και πολιτικές σχέσεις, συχνά εις βάρος των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρώπη. Το 1999 το 56% του τουρκικού εμπορίου διεξαγόταν με την ΕΕ• το 2011, το ποσοστό αυτό έχει πέσει σε μόλις 41%. Κατά την ίδια περίοδο το μερίδιο των ισλαμικών χωρών στο τουρκικό εμπόριο αυξήθηκε στο 20% από 12%.

Τα νέα μοντέλα στο εμπόριο οδήγησαν στην ανάδυση μιας κοινωνικά πιο συντηρητικής επιχειρηματικής ελίτ, που έχει ως βάση της την Κεντρική Τουρκία και η οποία αντλεί την ισχύ της από τις εμπορικές σχέσεις της πέραν της Ευρώπης και χρησιμοποιεί τον νέο πλούτο της για να πιέσει υπέρ ενός αναπροσδιορισμού της παραδοσιακής προσέγγισης της Τουρκίας στον λαϊκό χαρακτήρα του κράτους. Μετά το 2002 το εμπνευσμένο από τη Γαλλία μοντέλο του Ατατούρκ έχει καταρρεύσει. Το AKP και οι σύμμαχοί του έχουν προωθήσει αντ' αυτού μια ηπιότερη μορφή κοσμικού κράτους, η οποία επιτρέπει στη θρησκεία να εκφράζεται περισσότερο στην κυβέρνηση, στην πολιτική και στην εκπαίδευση. Αυτό έχει κάνει το τουρκικό μοντέλο ελκυστικό για τις αραβικές χώρες, οι οποίες θεωρούν κατάρα το γαλλικού στυλ λαϊκό κράτος.
Μολονότι τόσο η Γαλλία όσο και η Τουρκία καλόπιαναν κάποτε δικτάτορες, η Τουρκία υποστήριξε εξαρχής τις αραβικές επαναστάσεις, κερδίζοντας οπαδούς σε όλη την περιοχή. Η Γαλλία, από την πλευρά της, στοιχημάτιζε ότι οι δικτατορίες θα διαρκέσουν και, έως πέρυσι που υποστήριξε τους εξεγερμένους της Λιβύης, δεν είχε οικοδομήσει σχέσεις με τις δημοκρατικές δυνάμεις οι οποίες τις αντιπολιτεύονταν. Η Τουρκία το έκανε, ίσως χωρίς να το καταλαβαίνει, επεκτείνοντας την ήπια δύναμή της σε αραβικές χώρες, οικοδομώντας επιχειρηματικά δίκτυα και ιδρύοντας υπερσύγχρονα σχολεία, τα οποία διευθύνονται από το κίνημα Γκιουλέν που εμπνέεται από το σουφικό Ισλάμ, για να εκπαιδεύσουν τη μελλοντική αραβική ελίτ. Τώρα η Αραβική Ανοιξη προσφέρει στην Τουρκία μια ευκαιρία χωρίς προηγούμενο για να επεκτείνει την επιρροή της στις προσφάτως απελευθερωθείσες αραβικές κοινωνίες.

Η Γαλλία θα δυσκολευτεί να «πουλήσει» στην περιοχή το μοντέλο της για το λαϊκό κράτος ή να ανταγωνιστεί τα επιχειρηματικά δίκτυα της Τουρκίας, ιδιαίτερα στη Συρία, στον Λίβανο και στο Ιράκ. Ωστόσο ο δρόμος είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολος. Σε πρόσφατο συνέδριο στο Πανεπιστήμιο Ζιρβέ του Γκαζιαντέπ άραβες φιλελεύθεροι και ισλαμιστές από διάφορες χώρες διαφώνησαν στα περισσότερα θέματα, αλλά συμφώνησαν σε ένα πράγμα: η Τουρκία είναι ευπρόσδεκτη στη Μέση Ανατολή, αλλά δεν θα πρέπει να κυριαρχήσει σε αυτήν.
Ο Σονέρ Τσαγκαπταΐ είναι ανώτερος ερευνητής του Institute for Near East Policy της Ουάσιγκτον
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από